Μετά το ναυάγιο και τη διάσωση, στην άκρη της νύχτας, ήρθε στο καλύβι του Σταμάτη του Αταίριαστου (στο σπήλαιο, στη φάτνη, στο λίκνο), άλλος ιδιόρρυθμος άνθρωπος, ο Διαμαντής ο Αγάλλος.
Κι έτσι κλείσαμε τρίλιζα – ήταν ένας κι ένας! (Θα γίνει, φυσικά, και χειρότερο∙ πολύ χειρότερο.)
«Καλῶς τὸν Ἀγάλλο», εἶπεν ὁ Σταμάτης φαιδρός. «Πῶς μᾶς ἄργησες; Ἀκόμα λίγο, καὶ θὰ στέλναμε γυρεύοντάς σε».
«Σοῦ ἔφερα μεζέ, Σταμάτη», εἶπε σοβαρὸς ὁ Ἀγάλλος. «Δὲ μοῦ λές, βρίσκοντ᾿ ἐδῶ οἱ δυὸ φοῦρκες κ᾿ ἡ σούβλα;»
Εκτός απροόπτου, ο Αγάλλος, που είναι σοβαρός άνθρωπος, περιγράφει εδώ τη γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού: φωτιά, φαΐ, φιλία. Προπάντων, ο Αγάλλος περιγράφει τη γέννηση της τέχνης της αφηγήσεως. Δυο τρεις άνθρωποι, συναγμένοι εν λόγω γύρω από τη φωτιά, την εστία – ο Λόγος είναι η φωτιά κι η εστία∙ ο Λόγος είναι κι οι άνθρωποι.
«Πῶς δὲν ἐπῆγες γιὰ ψάρια;» ἠρώτησε μὲ τὸν σαρκαστικόν του τόνον ὁ Σταμάτης. «Κι ἀποφάσισες νὰ θυσιάσῃς ἕναν πετεινό, ἁλάκερο!…»
«Ναί, θὰ σὲ χαλάσῃ τάχα!» εἶπεν ὁ Ἀγάλλος. «Μόνον, πρὸς χάριν τοῦ πατριώτη ἐδῶ», προσέθηκεν ἐμβλέψας εἰς ἐμέ, «θὰ πῶ τὴν ἀλήθεια· ἐγὼ τὸν εἶχα λαβώσει μὲ μιὰ πετριά, ἐκεῖ ποὺ ἔδιωχνα τὸ κοπάδι ἀπὸ τὸ σιτάρι ποὺ εἶχα ἁπλωμένο στὴν ψάθα. Κ᾿ ὕστερα, τὸν ἐλυπήθηκα καὶ τὸν ἔσφαξα».
«Μπράβο, εἶσαι πολὺ εὔσπλαγχνος πρὸς τὰ ζῶα», ἐκάγχασεν ὁ Σταμάτης.
Ο Παπαδιαμάντης, από την άλλη (όχι ο Διαμαντής – συγκεντρωθείτε), ήταν ου μετρίως μελαγχολικός. Θα είχε τους λόγους του.
(Καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ρήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος αὐτῷ, ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με, καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς.)
Ο Σταμάτης εξακολούθησε, για να έρθουμε στο ψητό: «Μὰ δὲν μοῦ λές, πῶς ἄργησες, κ᾿ ἦρθες τόσο παράωρα;… Πῶς δὲν ηὗρες στὸ δρόμο κανένα φάντασμα, αὐτὴν τὴν φοράν!»
Εγώ, μια φορά, το είπα ότι αυτή είναι μια ιστορία με φαντάσματα, μια ιστορία του χαμού και του τρόμου. Απολαύστε υπεύθυνα.
Ο Διαμαντής μειδίασε, και στράφηκε προς τον ναυαγό: «Ὁ φίλος μου, ὁ Σταμάτης, ὅλα τὰ ξεύρει, καὶ τίποτα δὲν πιστεύει… Τί νὰ σὲ κάμω ἐγώ; Καλύτερα λίγα νὰ ἤξευρες, καὶ νὰ πίστευες κεῖνα ποὺ πρέπει».
«Τί; Μήπως ηὗρες στ᾿ ἀλήθεια κανένα στοιχειὸ στὸ δρόμο;» ἐπέμεινεν ὁ Σταμάτης, ἴσως διότι ἐπεθύμει νὰ διηγηθῇ κάτι ὁ Ἀγάλλος πρὸς χάριν ἐμοῦ.
«Τουλόου σ᾿ τί λές;» μὲ ἠρώτησεν ἀπ᾿ εὐθείας ὁ Ἀγάλλος. «Τὰ πιστεύεις, ἢ ὄχι;»
ΙΔΟΥ Η ΑΠΟΡΙΑ – και δεν αποκλείεται να μιλάμε για την κρίση των ουρανών.
Ιδού και η απόκριση: «Ἐγώ», εἶπα ἠρέμα καὶ μετὰ κόπου, «μένω ἐπιφυλακτικός, ἀλλὰ ποτὲ δὲν δεικνύω ἀποτόμως δυσπιστίαν· καὶ πρὸ πάντων, ποτὲ δὲν φιλονικῶ».
«Ἔτσι μ᾿ ἀρέσουν κ᾿ ἐμένα οἱ ἄνθρωποι», εἶπεν ὁ Ἀγάλλος, εκφράζοντας, πιστεύω, μια μερίδα ανθρώπων που απειλείται με αφανισμό, και που τολμηρότερος εμού αφηγητής θα την έλεγε πιθανώς αγαθή.
Το επ’ εμοί, την κοιτάζω να σιγοψήνεται στην ανθρακιά, και μένω επιφυλακτικός, μπορεί και απαθής. (Για δες καιρό που διάλεξε…)
Πάντως, ο Διαμαντής ήταν τολμηρός αφηγητής, γι’ αυτό κάθισε στη φωτιά, απέναντι από τον Παπαδιαμάντη, καὶ χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ περιστρέφῃ τὴν σούβλαν, ἤρχισε νὰ διηγῆται.
To cut a long story short, ο Διαμαντής είχε ερωτευτεί ένα κορίτσι, τη Μυρσούδα, και την αρραβωνιάστηκε κιόλας, αλλά έφυγε κατόπιν στα ξένα, δουλεύων στους αιγιαλούς της Γαλλίας (όπως, παρεμπιπτόντως, κι ο Σταμάτης ο Αταίριαστος), για να κάνει περιουσία και να την παντρευτεί με το κεφάλι ψηλά. Έτσι πέρασαν δέκα χρόνια.
Τα άλλα είναι (περίπου) γνωστά: Ἡ κόρη τὸν ἐπερίμενεν ἀκόμη. (Ελένη, Κίρκη, Ναυσικά και Πηνελόπη!)
Ἐκείνη ἀπετέλει ἕνα περιπλέον κρίκον, μίαν κλωστήν, μίαν δεσμεύουσαν ξανθὴν τρίχα, μεταξὺ ἐκείνου καὶ τῶν οἰκείων του.
Ὃταν ἤρχισε νὰ γηράσκῃ ἤδη, ὁ Ἀγάλλος ἔκαμε τὸν σταυρόν του, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἐπανακάμψῃ εἰς τὴν πατρίδα. (Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα.)
Μα είναι αργά μέσα στον κόσμο αυτόν κτλ. Δεν ακούς;
Ἦτο Δεκέμβριος καὶ εἶχε χιονίσει. Ἐπῆγεν ὁλομόναχος πρὸς τὸ ρέμα, διὰ νὰ κυνηγήσῃ κοσσύφια καὶ τρυγόνια. Αἴφνης –
Μ’ ΕΞΕΧΑΣΕΣ!
Ο πετεινός ούτε που πρόλαβε να λαλήσει. Τον είχαν σφάξει φίλοι και συγγενείς, για την υποδοχή του μετανάστη στο σπίτι. Στο τραπέζι εκείνο, ο Αγάλλος λίγο ξερόβηξε, κι ύστερα, κοκκινίζοντας, είπε: «Ἐγὼ εἶχα μίαν ἀρραβωνιαστικὴ ἕναν καιρό… Τί γίνεται;»
Ο καιρός είχε παρέλθει – η ευκαιρία δηλαδή. Είχε κάνει φτερά και πούπουλα, ματωμένα όλα, σκορπισμένα στο χιόνι. Με μια τουφεκιά. Ν’ αγαπάτε τα ζώα, ειδικά τα πετούμενα.
«Ἡ Μυρσούδα;» εἶπεν ἡ πρεσβυτέρα ἐκ τῶν παρευρισκομένων – καθότι θεματοφύλακες της μνήμης είναι πάντα οι γριές. Και ξεφύσησε: «Εἶναι δέκα χρόνια πεθαμένη…»
«Πεθαμένη!…» ἐπανέλαβε μηχανικῶς ὁ Ἀγάλλος· «κ᾿ ἐγὼ ποὺ τὴν εἶδα!»
Την είδε, ασφαλώς, εις το δάσος. Εκεί που την άκουσε, εκεί που την άφησε – εκεί που την έχασε. Εκεί που δεν θα την ξαναδεί, ποτέ πια. Μ’ ΕΞΕΧΑΣΕΣ!
Κι ο Αλέκος, εξελθών του σπηλαίου, εστάθηκε στην ακρογιαλιά, εις το μέσον του βίου του, και έκλαυσε πικρώς.
Συνεχίζεται…
⸙⸙⸙
[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]







