frear

Το σκοτεινό τρυγόνι #5: Σημαδιακός κι αταίριαστος – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Πού είχαμε μείνει; Α, ναι: Τώρα, σὲ λίγο ἒφτασα…

Ουσιαστικά, τώρα αρχίζει η ιστορία (όλες οι ιστορίες του κόσμου), μετά το σκόνταμμα, το ναυάγιο, την πτώση – μετά την καταστροφή. Κοινώς: μετά το ΤΕΛΟΣ.

(Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ / πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε.)

Το νόστιμον ήμαρ είναι πάντα μια ακτή. Η φράση παρά θιν’ αλός ιστορεί τον χρονότοπο του ανθρώπινου βίου. Ή το κισμέτι του.

Εδώ είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, που δεν είναι εδώ. Ο Κανένας ξυπνά εξαρχής στο ακρογιάλι – το ρόδινο.

Ὅταν ἐξύπνησα, ᾐσθάνθην ἀκόμη ἐλαφρὸν σάλον καὶ λίκνισμα, ἀλλ᾿ ὄχι πλέον μαλακὸν ψῦχος θανάτου. Θάλπος εἶχεν εἰσέλθει εἰς τὰς φλέβας μου, καὶ ἀμυδρόν, ἀλλὰ μελιχρὸν φῶς προσέπιπτεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου.

«Καλησπερούδια», εἶπε μία φωνή. «Τί γίνεσαι φίλε; Ἔρχεσαι ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμο;…»

Ἠρέμα εἶχα ἀνακαθίσει κ᾿ ἐκοίταζα γύρω μου. Ἤμην πλαγιασμένος ἐπὶ ξηρῶν χόρτων καὶ ἀχύρων, εἰς τὸ χάσμα ἑνὸς παραθαλασσίου ἄντρου.

Ἀνθρακιά, κατόπιν ἀρτίως σβεσθείσης φλογός, ἔκαιεν ἀντικρύ μου· λυχνάριον κρεμαστὸν ἐφώτιζε τὰ ἐντὸς τοῦ σπηλαίου.

Παρὰ πόδας, ὣς εἴκοσι βήματα, ἦτο μικρὰ ἀμμουδιά, ἀγκάλη τῆς θαλάσσης. Ἡ βάρκα μου εἶχε συρθῆ, κ᾿ ἔκειτο μεταξὺ δύο βράχων.

Ὁ λαλῶν μοὶ ἦτο λίαν γνωστός, ἂν καὶ πρὸ μηνῶν δὲν τὸν εἶχα ἰδεῖ, καὶ τὸν ἀνεγνώρισα πάραυτα. Ἦτο αὐτὸς ὁ Στάμος ὁ Ἀταίριαστος, ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον εἶχα διαλογισθῆ πρῴην εἰς τὰ ληρώδη ὄνειρά μου, ὅπου μοῦ ἐφαίνετο νὰ εἶχα μάθει ὅτι εἶχεν αὐτοκτονήσει.

«Λοιπόν, πῶς τὰ πέρασες, φίλε;» ἐξηκολούθησε μὲ εὔθυμον καὶ σαρκαστικὸν τόνον.

«Σὺ εἶσαι, Ἀταίριαστε;» εἶπα τρίβων τοὺς ὀφθαλμούς. «Καὶ πῶς βρέθηκες ἐδῶ, δὲν μοῦ λές;» Καὶ δὲν ἐπρόσθεσα: «Δὲν αὐτοκτόνησες λοιπόν;»

«Μάλιστα, ἐγὼ εἶμαι», μοῦ λέγει.

Καὶ μὲ βαυκαλιστικὸν καὶ γυναικομίμητον τόνον ἐπέφερε, παρῳδῶν ἐκ τῆς δημώδους μυθολογίας ἓν ἀφελὲς ἐν εἴδει παροιμίας ᾆσμα: Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος / Κ᾿σὸς κὶ κ᾿σομηλιγγᾶτος, κὶ στὴν κορφὴ ἀστερᾶτος.

Λέγων ἐγέλασε θορυβωδῶς, εἶτα ἐπανέλαβε: «Πῶς βρέθηκα ἐδῶ, ἐρωτᾷς; Μᾶλλον ἐγὼ πρέπει νὰ σ᾿ ἐρωτήσω… Καὶ τί σοῦ ἦρθε νὰ πάρῃς τὴν ξένη βάρκα, ν᾿ ἀρμενίσῃς στὰ κουτουρού, χωρὶς νὰ εἶσαι ναυτικός;… Ἔπειτα νὰ πέσῃς στὴν θάλασσα, μεσάνυχτα, νὰ κολυμβήσῃς, μὲ τόσην ψύχρα, καὶ νὰ μὴ σοῦ κάνῃ καρδιὰ νὰ πνιγῇς, τοὐλάχιστον, γιὰ νὰ γλυτώσῃς ἐσύ, καὶ γλυτώσουν καὶ μερικοὶ ἄλλοι, ἀπ᾿ τὰ βάσανα;»

«Ἐκολυμβοῦσα;… τώρα θυμοῦμαι».

«Ἐκολυμβοῦσες, κ᾿ ἔκανες τ᾿ ἀνάσκελα, στὸν καλό σου καιρό… Eἶχες ἀποκοιμηθῆ μαλακά, μαλακά, ἐπάνω στὸ κῦμα… Πῶς δὲν ἐβούλιαξες, ἀπορῶ. Ἄλλως, ἂν εἶχες βουλιάξει, θὰ ξυπνοῦσες ἀκριβῶς πρὶν πνιγῇς γιὰ καλά, κ᾿ ἔτσι πάλι θὰ ἔβγαινες τέρτσο».

Ἀκουσίως ἐγέλασα κ᾿ ἐγώ.

«Σ᾿ ἔσυρα, φίλε, ἔξω στὴν ἄμμο, ἐπῆρα τὰ ροῦχα σου ἀπ᾿ τὴν βάρκα, σ᾿ ἔνδυσα· ἐσύραμε τὴν ξένη βάρκα, μαζὶ μὲ τὸν Ἀγάλλο, ἔξω στὴν ἄμμο –τώρα θὰ ἔλθῃ ὁ Διαμαντὴς ὁ Ἀγάλλος, νὰ τὸν ἰδῇς, νὰ πιστεύσῃς–, ἄναψα φωτιά, σ᾿ ἐπλάγιασα, σ᾿ ἐσκέπασα, σ᾿ ἐζέστανα… Εἶχες τύχη, κ᾿ ἔπεσες εἰς καλὰ χέρια… Καλὰ ποὺ σ᾿ ἔφερε ἡ Μοῖρα ν᾿ ἀράξῃς ἐμπρὸς εἰς τὸ καλυβάκι μου, ὁποὺ κ᾿ ἐγὼ κατ᾿ ἀγαθὴν συγκυρίαν εὑρέθηκα ἐδῶ. Συνήθως μένω, ξεύρεις, ἐπάνω ψηλά, στὸν πύργο μου. Ἰδού, ἡ φλάσκα, μισογεμάτη, πιὲ νὰ ζεσταθῇς»

«Εὐχαριστῶ».

Μοῦ ἔφερε τὴν φλάσκαν εἰς τὸ στόμα, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ᾐσθανόμην ὄρεξιν νὰ πίω.

Τότε ὁ Σταμάτης, διὰ νὰ μοῦ κάμῃ καρδιά, εἶπε: «Μελαγχολᾶν οὐ μετρίως μοι δοκεῖς», ἀναφέρων φράσιν τοῦ Λουκιανοῦ – καὶ: «Καλῶς νὰ σ᾿ εὕρω!»

Ἀλλά, βεβαίως, διὰ νὰ μὴ τυχὸν σιχαίνωμαι, ἀπὸ ἀξιέπαινον ἁβρότητα, καὶ διὰ νὰ μὴ φανῇ ἀλλόκοτος, ὡς πίνων πρῶτος αὐτός, ἐκράτησεν ὑψηλὰ τὴν φλάσκαν, χωρὶς νὰ τὴν φέρῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ χείλη, κ᾿ ἔπιεν ἐναέριον τὸν μικρὸν οἰνωπὸν καταρράκτην, πίπτοντα εἰς τὸ στόμα του.

Εἶτα ἐκ δευτέρου μοὶ προσέφερε τὴν φλάσκαν. Ἔπια πολλὰς σταγόνας. ᾘσθάνθην ἀληθῆ ἀναψυχήν.

«Ἔχω γυρίσει κόσμον καὶ κόσμον», ἐπανέλαβεν ἐκεῖνος. «Ἀλλὰ δὲν θυμοῦμαι ἂν εἶδα πουθενὰ ἄνθρωπον σὰν ἐσέ. Ἐγὼ εἶμαι, ὅπως μὲ λένε, Σημαδιακὸς κι Ἀταίριαστος. Ἐσύ, θαρρῶ εἶσαι Κ᾿σὸς κὶ Κ᾿σομηλιγγᾶτος».

Σημειώστε: τον άνθρωπο αυτόν τον λένε ΣΤΑΜΑΤΗ.

Σημειώστε: ο άνθρωπος αυτός είναι, όπως τον λένε, ΣΗΜΑΔΙΑΚΟΣ ΚΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΣ.

Σημειώστε: ο άλλος άνθρωπος (ο Κανένας, ο Απαράδεκτος, ο Άσημος) είναι, θαρρεί ο Σταμάτης, ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΟΜΗΛΙΓΓΑΤΟΣ. (Και στην κορφή ΑΣΤΕΡΑΤΟΣ.)

Κι αφού τα σημειώσετε, ρίξτε τα όλα στην ανθρακιά.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη