frear

Το σκοτεινό τρυγόνι #4: Το παιδί για τα θελήματα – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Το τελευταίο που σκέφτηκε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης προτού πέσει στη θάλασσα ήταν οι γονείς και οι αδελφές κι ο αδελφός του – συγκεκριμένα: Εἴθε νὰ εἶχον υἱὸν καὶ ἀδελφὸν καλύτερον.

Διότι: Καθ᾿ ὅλα τὰ φαινόμενα δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ φανῶ χρήσιμος εἰς αὐτούς.

Τις συνακόλουθες σκέψεις, τους λογισμούς δηλαδή, τις έπνιξε η θάλασσα, ο χαρούμενος παφλασμός του νερού, με το μυθιστορηματικό επώνυμο ΜΠΛΟΥΜ, με την κομίστικη (ή κομικσική∙ ή καρτουνίστικη) αντήχηση ΣΠΛΑΣ.

Ασφαλώς, ήταν φωνή Κυρίου επί των υδάτων. Έτσι ησύχασαν όλα, κυρίως το κρανίο και το στήθος του.

Κι έτσι διέκρινε, από μίλια και χρόνια μακριά, μιαν άλλη βάρκα, τη λέμβο που περιέπλεε τις Σποράδες, με επιβαίνοντα τον Δεσπότη του τόπου. Και άκουσε τη φωνή ενός διάκου, να λέει στον παπα-Γιαννάκη επιτιμητικά: «Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;»

Ο γηραιός παπα-Γιαννάκης ένιωσε άσχημα. Ἐπει

δὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισαν περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες.

Τώρα ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει: «Σταμάτη! τρέχα, γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!»

Ὁ Σταμάτης ἦτο ὀρφανὸν παιδίον, πρόθυμον νὰ τρέχῃ εἰς ὑπηρεσίαν παντοῦ. Ο Αλέκος, αντιθέτως, και καθ’ όλα τα φαινόμενα: Δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ φανῶ χρήσιμος εἰς αὐτούς…

Τα φαινόμενα, ωστόσο, απατούν. Στη θάλασσα, έπειτα, δεν φαίνεται τίποτα. Μόνο αυτή η εικόνα, αυτή η σκηνή, στην αυλή του ναού, ίσαμε δέκα χρόνια παλιότερα – πριν κι από την επίσκεψη του Δεσπότη. Εκεί καθόταν (τότε) μια Δέσποινα, η Υπέρμαχος, η εξαδέλφη Μαχούλα. Ο Αλέκος τη βρήκε μετά το προσκύνημα, ήταν διψασμένος, πήρε τη στάμνα της για να δροσιστεί. Η στάμνα ήταν άδεια. Ούτε στάλα νερό, ούτε καν για τον άγγελο.

«Νά, δὲν ἦρθε αὐτὸς ὁ Σταμάτης», μοῦ εἶπεν ἡ ἐξαδέλφη μου. «Ποιὸς νὰ πάῃ ὣς τὴ βρύση νὰ τὸ γεμίσῃ;… Ἀπόστασα, καὶ δὲν μπορῶ…»

Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Ἐκοίταξα νὰ ἴδω τὸν Σταμάτην, ἀλλὰ δὲν ἐφαίνετο πουθενά. Ἴσως ἦτο εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν.

Ἡ Μαχούλα ὄχι μόνον εἶχεν ἀποστάσει, καθὼς ἔλεγεν, ἀλλὰ θὰ ἐφοβεῖτο νὰ ὑπάγῃ. Ἡ βρύσις ἀπεῖχεν ὣς δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας δρόμον, καὶ εὑρίσκετο μέσα εἰς ἓν βαθὺ ρεῦμα, ὅπου θὰ ἦτο σκότος ἤδη. Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει καὶ ἦτο ἀμφιλύκη φθινοπώρου μελαγχολική.

Η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει εδώ (θα ήταν καταδικασμένη), αν δεν είχαμε μιαν ανατροπή στην πλοκή, ένα κατά κόσμον twist, που μετέβαλε το αδιέξοδο σε σημείο καμπής, σε αφετηρία για την πιο απρόσμενη εξέλιξη. Η ιστορία είναι γεμάτη εκπλήξεις.

(Drum roll.)

Ἀπεφάσισα νὰ ἐκτελέσω ἐγὼ ἔργα «Σταμάτη». Ἔλαβα τὸ κανάτι κ᾽ ἐξεκίνησα.

(Ta-dah!)

«Ἀτός σου θὰ πᾷς;… Τουλόου σ᾽;» ἔκραξεν ἡ Μαχούλα. «Πῶς γένεται;»

Ἐπεθύμουν νὰ ὑπάγω, καὶ διότι ἐδίψων, καὶ διότι ἤθελα νὰ προσφέρω ἐκδούλευσιν εἰς τὴν καλὴν καὶ συμπαθῆ ἐξαδέλφην μου. Λογικό.

«Ἡσύχασε, θὰ πάω», τῆς εἶπα· «τώρα, σὲ λίγο ἔφτασα…»

Κι έτσι προκύπτει μια αναδρομή εντός της αναδρομής (άκουσον!), καθώς ο εικοσαετής Αλέκος περπατά εις το ρέμα, και συλλογίζεται τη φράση της ξαδέλφης, Τουλόου σ’, και ξαφνικά περπατά εις τον χρόνο, και φτάνει εδώ: Σκιάθος, 1861, στην αυλή του Μανουήλ Προυσαλή, κομψευομένου, δανδή, γνωστού και ως: Ελόγου του.

Αυτός αρπάζει τον δωδεκαετή Σωτήρο, του βάζει στο χέρι χρυσίζοντα φάκελο, του δίνει την καινή εντολή: «Νὰ τὸ δώσῃς  στὸ Μπραϊνάκι… Δὲν ξέρεις ποὺ μ᾽ ἀγαπάει; Μὰ θέλω νὰ μοῦ φέρῃς καὶ σημάδι».

Από κοντά κι ο ξάδελφος και (κυρίως) φίλος του Σωτήρου, ο Αλέκος, που ο Μανουήλ δεν του μιλάει – και γιατί; Διότι κανείς δεν συμπαθεί τους περίεργου

ς. Δεν σας το έχουν πει;

Ο Σωτήρος απορεί: «Τί σημάδι;»

«Τὸ διαβάσῃ δὲν τὸ διαβάσῃ, θέλω νὰ μοῦ φέρῃς σημάδι ἀπόψε. Κρατῶ ἀμανάτι τὸ φέσι σου, καὶ σὲ περιμένω ἐδῶ τριγύρω. Ἀκοῦς;»

«Δός του τὸ φέσι του!» ἀνέκραξεν ὁ Ἀλέκος.

«Σοὺτ ἐσύ!…»

Ὁ Σωτῆρος δὲν παρεπονέθη καὶ ἔνευσε πρὸς τὸν σύντροφόν του νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἔσω τοῦ προαυλίου. Εκεί είπε ο Σωτήρος τον πόνο του: «Τώρα πῶς θὰ πάω ἀπάνου χωρὶς φέσι;»

Κι ο Αλέκος: «Στάσου, βάζω κ᾽ ἐγὼ τὸ κασκέτο μου στὴν τσέπη, καὶ παρουσιαζόμεθα καὶ οἱ δυὸ ξεσκούφωτοι».

(Ἀλέξανδρος ἐρωτηθεὶς ποῦ αὐτῷ οἱ θησαυροὶ εἰσί, ἐπιδείξας τοὺς φίλους ἔφη «ἐν τούτοις».)

«Τώρα θὰ τὸ δώσῃς τὸ ραβασάκι;» ἠρώτησε καὶ πάλιν ὁ Ἀλέκος.

«Αὐτὸ δὲν τὸ κάνω ἐγὼ ποτέ», ἀπήντησεν ὁ φρόνιμος Σωτῆρος.

«Αὐτὸ ἤθελα σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ, γιὰ νὰ διαβάσωμε τί γράφει μέσα».

«Ὄχι δά… κι αὐτὸ δὲν πρέπει…» εἶπεν αὐστηρῶς ὁ Σωτῆρος.

«Γιατί;»

«Καὶ τί θὰ διαβάσῃς; Δὲν ξέρεις τί γράφει μέσα; Δὲ διάβασες ποτέ σου τὸν Σκανδαλώδη ἔρωτα καὶ τὴν Φιλομειδῆ Ἀφροδίτην

«Ναι».

«Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τί θὰ γράφῃ. “Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου” καὶ ὕστερα θὰ ἔχῃ κάτι στίχους ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ σοῦ εἶπα: “Εἶσαι καρπὸς τοῦ ἔρωτος, παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης”, ἢ “Ἔχεις ἀνάστημα μικρόν, ἀλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ὡς ἄρωμα πολύτιμον εἰς πάγχρυσον φιάλην” καὶ ὕστερα θὰ λέγῃ, “Ἀπὸ τὰ μπεντένια πέφτω, πέφτω γιὰ νὰ σκοτωθῶ, κ᾽ ἡ ἀγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον γιὰ τὸν Θεό!”. Αὐτὰ θὰ γράφῃ».

Πράγματι: τρεις χιλιετίες (και βάλε) αφήγησης, και το κοινό συγκλονίζεται ακόμη με τοιαῦτα δίστιχα, ὧν πολλὰ μὲν κακόζηλα, πλεῖστα δὲ ἀνόητα καὶ ὅλα γελοῖα. Oh well.

Στα δικά μας, ἡ περιέργεια τοῦ Ἀλέκου δὲν ἀνεπαύετο, ούτε η αγωνία του Σωτήρου, που ήθελε πίσω το φέσι του. Έτσι (κακήν κακώς), οι δυο φίλοι πήγαν στο Μπραϊνάκι, για να φέρουν εις πέρας την αποστολή. Και τότε, όμως, σαν να κόμπιαζαν.

«Θὰ μοῦ πῇς τί τρέχει;» είπε η κοπέλα στον Σωτήρο.

«Νά,

μᾶς ηὗρεν Ἐλόγου του».

«Ποιός; ὁ Διπλοκαημός;» Ο Μανουήλ είχε πέντ’ έξι παρατσούκλια, όλα δικά του. «Καὶ τί σᾶς εἶπε;»

«Μᾶς εἶπεν ὅτι καίεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ σένα. Καὶ μᾶς εἶπε νὰ τοῦ στείλῃς καὶ σημάδι».

«Σημάδι; Γουυῦ! Σημάδι ἔχει ἀπ᾽ τὸ Θεό, καὶ σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι».

(Εδώ φοβάμαι ότι απαιτείται μετάφραση: ΣΗΜΑΔΙΑΚΟΣ ΚΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ.)

«Μᾶς εἶπε πὼς τὸν ἀγαπᾷς», εἶπε ὁ Ἀλέκος.

«Πᾷ χαθῇ! ὁ στερεμένος, ὁ λοχεμένος. Κακὸ χρο᾽ νά ᾽χῃ, δυὸ νά ᾽ν᾽ οἱ ὧρες του!» Κτλ., όλα εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωμα, που δεν θέλει μετάφραση, το καταλαβαίνουν κι οι πέτρες.

Αυτό θα σκέφτηκε ο Σωτήρος, κι αφού δεν πήρε σημάδι απ’ το Μπραϊνάκι, μιμήθηκε τη γυναικεία γραφή, αυτοσχεδίασε μιαν απάντηση, και βρήκε τον Μανουήλ την επόμενη μέρα (κατά σύμπτωση: στα Θεοφάνια – στα Φώτα), κι έκανε το απονενοημένο διάβημα.

Ὁ Σωτῆρος ἐξήγαγε τοῦ κόλπου του τὸ ἐρωτικὸν ἐπιστόλιον, τὸ ἐδίπλωσε μὲ τέχνην, μὲ τὴν ἐπιγραφὴν ἔσωθεν, τὸ ἐσκέπασε καλῶς μὲ τὴν παλάμην, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἐλόγου του: «Νά, πάρε τὴν ἀπάντηση. Δός μου τὸ φέσι μου».

Ἐλόγου του ἥρπασε τὸ ἐπιστόλιον, τὸ ὤθησεν ἀμέσως εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ περιστηθίου, καὶ τῷ ἔδωκε τὸ φέσι. Καὶ οὕτως ἔλαβεν ἑκάτερος τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ πρᾶγμα. Ὁ Σωτῆρος τὸ φέσι του, καὶ ὁ Διπλοκαημὸς τὴν ἐπιστολήν του.

Υπό κανονικές συνθήκες, θα ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, αλλά η περιέργεια του Αλέκου δεν ανεπαύετο, δεν είχε ησυχία στη στεριά, δεν είχε ησυχία στη θάλασσα, είχε μόνο το εξής καλό ρώτημα: «Φορεῖ ὁ Σπύρος φέσι;»

Ὁ Σπύρος ἦτο συνηλικιώτης καὶ ἀχώριστος φίλος τοῦ Σωτήρου, φιλομαθέστατος, εὐφυής, πρωτόσχολος τῆς ἐποχῆς του, ὅστις ἠρέσκετο τότε νὰ μὴ ἔχῃ ἄλλο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς εἰμὴ τὴν πλουσίαν λινόχρουν καὶ φαιὰν κόμην του.

«Ὁ Σπύρος», ἀπήντησεν ὁ Σωτῆρος, «δὲν φορεῖ πάντοτε».

Κι έτσι, από αναδρομή σε αναδρομή, ο Αλέκος είδε (όλο) το μέλλον του, μη σας πω και τον Πρόδρομο και τρομάξετε. (Για κάτι τέτοια πετώ και τη σκούφια μου.)

Φεῦ! οἱ δύο ἐκεῖνοι συμμαθηταί, τοὺς ὁποίους οὐχὶ ἄνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν οὕτως ὁ Ἀλέκος, ἔμελλον μετὰ δεκαετίαν νὰ κατέλθωσιν ἐκ Γερμανίας, μὲ ὑψηλοὺς πίλους καὶ μὲ ξένα ἔξοδα, doctores philosophiae et omnium utilium rerum…

Καὶ ὁ πτωχὸς Ἀλέκος, ὅστις οὔτε διδάσκαλος κατώρθωσε νὰ γίνῃ, ἂν καὶ ἐνεγράφη ποτὲ εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν σχολήν, ἔμελλε νὰ μείνῃ ξεσκούφωτος καὶ ἄσημος… συρράπτης ἐπιφυλλίδων!… Να ποια είναι τα ΕΡΓΑ ΣΤΑΜΑΤΗ. (Να, εννοώ, το προικιό του!)

«Τουλόου σ᾽; Πῶς γένεται;»

«Ἡσύχασε, θὰ πάω. Τώρα, σὲ λίγο ἔφτασα…»

Και πήγε, και έφτασε, και ήρθε – και δεν καταλάβαμε τίποτα!

Έτσι, πάντως, βρέθηκε τώρα στη Σκιάθο, στα 80s του 19ου αιώνος, στη βάρκα αυτή που μπατάρει με χάρη. Εἶχε κατέλθει μετὰ πολλὰ ἔτη νοσταλγὸς ἐξ Ἀθηνῶν, ὅπου συνήθως διέτριβεν, ἀσχολούμενος εἰς ἔργα οὐχὶ παραδεδεγμένης χρησιμότητος.

Έχουμε (λοιπόν) και λέμε: απαράδεκτα έργα, απαράδεκτος βίος∙ απαράδεκτος άνθρωπος.

Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη