frear

Το σκοτεινό τρυγόνι #3: Ο ηλίθιος της οικογένειας – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Κάποτε στη Σκιάθο ένας άνδρας στο μέσον του βίου του, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, μπήκε σε μια βάρκα, για να πλεύσει με τους λογισμούς του και με το πάθος του. Ως εδώ, καλά.

Τα πάθη δεν είναι μικρό πράγμα, αλλά με την άσκηση ο ρους τους μπορεί να εκτραπεί, κι από φωτοκτόνα να γίνουν καλοί αγωγοί για την έλλαμψη. Τα δικά του τα είδαμε, ως επί το πλείστον ήταν ενύπνιο, το όνειρο στο κύμα, στον ουρανό, στην κορφή. Στον άνω βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων.

Οι λογισμοί είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, ανήκουν κυρίως στο είδος Σολομωνική, φέρουν την υπογραφή του Διαβόλου.

Ο Χριστός τούς νίκησε, και δίδαξε τη μόνη στρατηγική, όταν αρνήθηκε να παλέψει μαζί τους: Ὓπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ. Σιγά μη στεκόταν ο Θεός απέναντι στον Διάβολο.

(Απέναντι στη βλακεία ακόμα και οι θεοί ματαιοπονούν.)

Για την πάλη αυτή, που κερδήθηκε επειδή δεν έγινε, ο Χριστός πήγε στην έρημο. Για την ίδια πάλη, ο Παπαδιαμάντης πήγε στη θάλασσα. Τώρα μένει να μάθουμε αν ήταν ίδια και η έκβαση. The plot thickens!

Ἰδοὺ τώρα, ἐτέθην οἱονεὶ ἐκτὸς τοῦ νόμου, ἐκτὸς τῶν κοινῶν ἀνθρωπίνων συνηθειῶν καὶ τοῦ πρέποντος.

Ἔφυγα τὴν πατρικὴν οἰκίαν, καὶ ἀπουσιάζω διαρκῶς ἓν νυχθήμερον σχεδόν, χωρὶς νὰ δώσω εἴδησιν εἰς τοὺς οἰκείους.

Φεῦ! οἱ δυστυχεῖς αὐτοί! Ὁποῖος πόνος καὶ ὁποία τύψις.

Η έγνοια των συγγενών ίσως ήταν ο κατεξοχήν λογισμός, ο καημός, το μαράζι του – ένα σαράκι, η ενοχή που κορυφώθηκε κάποτε, προπάντων για τις τρεις ανύπαντρες αδελφές. Αυτά τα πράγματα είναι γνωστά. Εγώ δεν πιστεύω τίποτα.

Στη βάρκα ο λογισμός παροξύνθηκε, κι ο κατάμονος, παντέρημος άνθρωπος έπιασε ψιλή κουβέντα μαζί του. Και δεν του είπε καν: Μὴ μου τοὺς κύκλους τάραττε! Και να το έλεγε, όμως, τι θα κατάφερνε; Μα είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι – αυτός, εννοείται, ο ΛΕΓΕΩΝ.

Με άλλα λόγια, οι λογισμοί δεν παίρνουν από λόγια ποτέ, καθότι τρέφονται απ’ αυτά και θεριεύουν, και τσακίζουν τον άνθρωπο με τα ίδια του τα όπλα, ειδικά αν είναι καλοί, που είναι ό,τι χειρότερο, σαν τον Λύκο ντυμένο γιαγιά στην ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας.

Το σχήμα κακόβουλο λογισμικό είναι σχετικά πρόσφατο, αλλά η ουσία της φράσης είναι παλιά, απαντά στο Βιβλίο της Γενέσεως, όταν η Εδέμ έγινε Γης Μαδιάμ – και μαντέψτε ποιος ήταν το malware. Όλα πήγαν στραβά.

Αρχή, συνεπώς, εξορίας: «Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 7βριου 69… Σεβαστέ μοι πάτερ! Ἦλθον κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν σας. Μοὶ ὑπεσχέθησαν νὰ μὲ δεχθῶσι εἰς τὸ Β΄ Γυμνάσιον. Κατενόησα ἢδη τὸ ἂτοπον τῆς τοιαύτης ἐκτοπίσεως. Σᾶς ἀσπάζομαι… Ὁ υἱός Σας».

Και στη βάρκα, τώρα, μια απ’ τα ίδια. Ο λογισμός έγινε τρικυμία εν κρανίω. Το ναυάγιο ήταν εν πολλοίς αναπόφευκτο. Εκ πρώτης όψεως, ο Κύριος κοιμόταν του καλού καιρού.

Ο Παπαδιαμάντης το έριξε στα ευχολόγια: Εἴθε νὰ εἶχον υἱὸν καὶ ἀδελφὸν καλύτερον…

Αλλά αυτόν είχαν, γιατί τους συγγενείς δεν τους διαλέγουμε, είναι κάτι σαν προίκα ή σαν τον λαχνό: άλλοι τον εξαργυρώνουν, κι ας λάβουν άνθρακες, κι άλλοι τον σκίζουν, για να μη λάβουν άνθρακες.

Μήπως το ίδιο δεν ισχύει και για τη ζωή, για τον εαυτό, για το τάλαντο – για αυτό που θα λέγαμε κλήση και κλίση;

(Ευγενική υπενθύμιση: ΚΙΣΜΕΤΙ…)

Ο άνθρακας, μια φορά, μπορεί να γίνει διαμάντι, που είναι κατά κόσμον παντοτινό, άρα εφήμερο, εκτός κι αν φτάσει στην άκρα πυράκτωση, οπότε θα καεί σαν λιβάνι∙ εις οσμήν ευωδίας πνευματικής.

Η αιωνιότητα, λοιπόν, απαιτεί υπομονή, απαιτεί καύση καρδίας. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν πάνε πίσω, κυρίως οι οικογενειακές. Δεν γίνονται εύκολα εκλεκτικές οι συγγένειες. Οι λαχνοί, ωστόσο, αδιακρίτως μοιράζονται, και έκαστος εφ’ ω ετάχθη, εν ω παρέλαβε.

Ο λαχνός, ενίοτε, καλείται και κλήρος. Ας δει ο καθείς τον δικό του – ας τον φροντίσει, κατά τη δύναμη και προαίρεση. Ένα (τυχαίο) παράδειγμα: Τι είχες, Γιαννού; Πού να σ’ τα λέω!

Έτσι σηκώνεται βοή υδάτων πολλών, εκκωφαντική, φρικαλέα, αποπνικτική: ΔΩΣΕ ΜΑΣ ΜΑΜ! ΚΑΝΕ ΜΑΣ ΝΑΝΙ! ΚΑΜΑΡΩΣΕ ΜΑΣ!

ΗΜΕΙΣ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΟΥ! ΠΑΡΕ ΜΑΣ!

Εἲθε – μα άσ’ τα αυτά τώρα: ΕΣΥ ΜΑΣ ΓΕΝΝΗΣΕΣ, ΜΑΣ ΕΚΑΜΕΣ! ΧΟΡΕΨΕ ΜΑΣ! ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΜΑΣ! ΦΙΛΗΣΕ ΜΑΣ!

ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΣ;

Ὁποῖος πόνος καὶ ὁποία τύψις.

Και να σκεφτείς ότι ο Κύριος καθεύδει. Η τρικυμία αγριεύει, το σκαρί κλυδωνίζεται. Η ισορροπία έχει κιόλας μπατάρει∙ σαλτάρισε.

Το φρέαρ ωσεί άβυσσος χάσκει – το φρέαρ δεν αποκλείεται να είναι ο λαιμός, το βαθύ λαρύγγι, το τρίσβαθο, του κοριτσιού που άνοιξε τον χορό, της εγγονής που φονεύθηκε με το ολόπρωτο χάδι. Με την πρώτη εκείνην αφή. (Για φαντάσου: η γιαγιά ήταν ο λύκος.)

Και η εκπνοή διαρκεί: ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΜΑΣ! Τι άλλο να κάνει;

Η αλήθεια είναι ότι τους λογισμούς τούς νικά η εξαγόρευση, η αφήγησή τους εις ευήκοον ους, στο πετραχήλι του σύμπαντος κόσμου. Ο Σατανάς ξέρουμε ότι καλείται: Ψιθυριστής. Με άλλον ψίθυρο ο αφηγητής τον ξορκίζει: Ὓπαγε ὂπίσω – διὰ νὰ ὓπάγω ἐμπρός.

Θα είναι η ομοιοπαθητική της αλήκτου υπάρξεως: Θανάτῳ θάνατον σὺ θανατοῖς. Τούτου δοθέντος, η αυτοκτονία είναι μέγα καλό και πρώτο∙ είναι η πηγή της ζωής.

Οι κακορίζικοι λογισμοί μεταβάλλονται τότε στον λογισμό του Επτανήσιου. Ο θόρυβος παύει, η μουσική ξεκινά. ΧΟΡΕΨΕ ΜΑΣ!

Η εκπνοή ενός κοριτσιού οδηγεί τον Σκιαθίτη στην άκρη του κόσμου, στην καρδιά του σκότους, στη μέση του πουθενά. Στο χείλος της αβύσσου της απογνώσεως. Μα όλοι θα φτάσουμε κάποτε εκεί – στο μη παρέκει. Και αυτό είναι αιτία χαράς.

Τὸ νερὸν ὑψώνεται ὁλονέν. Ο τριακοντούτης Αλέξανδρος ανεβαίνει στο κύμα. Πήδησα κάτω! Ψηλά, πολύ ψηλά. (Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.)

Ο ίσκιος υψώνεται μαζί με τη θάλασσα. Ο ίσκιος απλώνεται. Από ένα ξωκλήσι, από αυτό τον σταυρό. Κανείς δεν σώζεται μόνος∙ κανείς δεν νικά.

Θεία Γιαννού, στέκεις ακόμη; Όχι Γιαννού πια, παιδί μου. Όχι πια Φράγκισσα. (Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.) Χαδούλα με λένε. Χαδούλα με χρίσανε.

Οποίος πόθος και οποία χάρις! Εκεί που πλεόνασε η αμαρτία, η επισκίαση περίσσεψε – εδώ: στη χέρσα γη, στην έρημη χώρα. Στην πιο όμορφη θάλασσα. Ω!

Τον άλλον αιώνα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, λυτρωμένος από την ενοχή και την τύψη, από την ειρωνεία και αναίδεια, με λογισμό και μ’ όνειρο τραβά τον λαχνό του, ελεύθερα εκλέγει την πένα του, και περιδεής την κοιτάζει (την πένα!) και γράφει: «Ὦ! Νὰ τὸ προικιό μου!»

Αυταί υπήρξαν αι πρώται λέξεις του.

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη