frear

Το σκοτεινό τρυγόνι #2: Κεφάλαιο πρώτο / Μνήμες του νερού – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Κεφάλαιο πρώτο
Χειμών βαρύς

…Ἰδοὺ ἐγώ, κωμάζω ὑπὸ τὰ παράθυρά της. Οὔτε φωνή, οὔτε κιθάρα, οὔτε στεναγμός. Ἔβαλα τὰς κώπας εἰς ἀνάπαυσιν, κ᾿ ἐστάθην. Παρακαλῶ τὰ ρεύματα νὰ μὴ μὲ παρασύρουν. Ἐδῶ ἀντικρύζει ἀκριβῶς. Βλέπω –φεῦ, εἶναι ὡραῖον νὰ ἔχῃ τις ὄμματα διὰ νὰ βλέπῃ τοῦτο– βλέπω τὸ παράθυρον φωτισμένον. Ἡ καρδία πάλλει, τὸ πᾶν ἠρεμεῖ. Μὴ φυσᾷς, αὔρα, μὴ μὲ σύρετε, ρεύματα. Περιμένω τὴν τρισολβίαν στιγμήν… Ὤ, ἂς ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ἐκείνη· εἶναι ἀνταξία τῶν αἰώνων· καὶ εἶτα ἂς ἔλθῃ τὸ μηδέν, πλὴν ὅταν ἐκείνη ἐπὶ στιγμὴν ἀνατείλῃ, εἰς τὸ μηδὲν θὰ μείνῃ ἓν μόριον ὑπάρξεως, καὶ εἰς τὸ χάος μία ἀκτὶς ἀναμνήσεως.

Α1: Μνήμες του νερού

Σκιάθος – τι χρονολογία να βάλω τώρα; (Φαγώθηκες.) Ας πούμε απλώς ότι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι καμιά τριανταριά χρονών, εις το μέσον του βίου – είμαστε, δηλαδή, στα 80s του 19ου αιώνος. (Strange names, stranger things.)

Και τι δουλειά είχε στη Σκιάθο τέτοιαν εποχή, σ’ αυτή την ηλικία; Κύριος οίδε! Γενικώς, για τυχόν κενά στην πλοκή, τα παράπονά σας στον Συγγραφέα. Εγώ είμαι εδώ μόνο διά την αντιγραφήν. Στράτα στρατούλα.

(Nel mezzo del cammin di nostra vita / mi ritrovai per una selva oscura, / ché la diritta via era smarrita.)

Συνεπώς: Σκιάθος (τότε), συγκεκριμένα στην προκυμαία, εκεί όπου έχει σταθεί ο ήρωάς μας από το πρωί, και προσπαθεί να καταλάβει αν κουνιούνται οι βάρκες. Μα ούτε φύλλο κουνιέται, ούτε φτερό. Και να σκεφτείς ότι έχουμε φτάσει κιόλας στο σούρουπο. Λοιπόν;

Νὰ ὑπάγω μαζί; Τί νὰ κάμω; Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ μείνω; Νὰ πλεύσω μὲ τοὺς λογισμούς μου, μὲ τὸ πάθος μου.

Δὲν ἐννόησα πῶς εὑρέθην μέσα στὴν βάρκαν. Ἐκκινοῦμεν.

Θα είναι η ναυς των ονείρων, η κιβωτός της διαθήκης του. Όλα επιτρέπονται εδώ, εκτός από τη στριγκλιά και την γκρίνια, εκτός από τα παράπονα – εκτός από την περιρρέουσα μιζέρια.

Ὢ ναί, ἀπήλαυσα… Τί ἄλλο θὰ ὠνειροπολοῦσα τάχα εἰς τὸν κόσμον; Τί ἄλλο, παρὰ μίαν στιγμὴν νὰ τὴν ἴδω;… Ναί, ἐνθυμοῦμαι καλά.

Τὰ παραπετάσματα ἦσαν ἀνεβασμένα, καὶ τὸ γυαλὶ τοῦ παραθύρου κατελάμπετο ἀπὸ τὴν λυχνίαν… Ἰδού, στρέφει τὸ ἀγλαὸν πρόσωπον πρὸς τὰ ἔξω. Βλέπει πρὸς τὸ μέρος μου.

Καὶ τί βλέπει;

Θάλασσαν, σκότος, ἄβυσσον. Ὤ, νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ὑπάρχει ἓν μαῦρον σημάδι ἐδῶ· μία βαρκούλα, καὶ στὴν βαρκούλα μέσα, τί;

Ἓν σπάραγμα τοῦ πόνου, ράκος ἀνθρώπινον.

Ἰδού, μειδιᾷ· ὢ κάλλος, ὢ μορφή, ὢ ὀπτασία!…

Εἶδα τὰ δοντάκια της νὰ λάμπουν, τὰ χείλη της νὰ λουλουδίζουν, τὰ μάγουλά της νὰ μηλολονθοῦν… Καὶ τώρα, γελᾷ, μόνη της· ὢ μέλος, ὢ ἄνθος, ὢ ἄστρον ἐπίγειον!…

Κι έτσι ξαφνικά – FLASHBACK: «Μοσχούλα!… ποῦ εἶν᾽ ἡ Μοσχούλα;»

Δεν φώναζε το κορίτσι που είχε βγει στο παράθυρο (σαν Μαντόνα στο κάδρο), ούτε την είχε δει, αν και είναι βέβαιο ότι τη σκεφτόταν, ότι την έβλεπε νοερά δηλαδή, ίσως από το πρωί, ίσως από την ανατολή της συνείδησης. Το κορίτσι ήταν η δύση και η μαρμαρυγή.

Περαιτέρω, ἡ Μοσχούλα ἦτον ὡραία, μελαχροινή, ὠχρά, ροδίνη, καὶ μοῦ ἐφαίνετο νὰ ὁμοιάζη μὲ τὴν μικρὴν αἶγα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχα ὀνομάσει –

«Μοσχούλα!»

Ώστε έτσι.

«Τί ἔχεις καὶ φωνάζεις;»

«Φωνάζω ἐγὼ τὴν κατσίκα μου, τὴ Μοσχούλα!… Μὲ σένα δὲν ἔχω νὰ κάμω».

Θα το ήθελε βέβαια (η καρδούλα του το ξέρει), και ενδεχομένως γι’ αυτό την επαύριον, χωρίς να το ομολογεί ούτε στον εαυτό του, βάλθηκε να σφυρίζει έναν σκοπό αιπολικόν σιμά στο παραθύρι της, στο περβόλι όπου έβοσκε τις κατσίκες του.

(Μα υπήρξε ο Παπαδιαμάντης βοσκός; Άκου να δεις – αυθαιρεσίες!)

«Ἔτσι ὅλο τραγουδεῖς!», είπε η Μοσχούλα, αντιδρώντας ακριβώς όπως οι κριτικοί και οι αναγνώστες της λογοτεχνίας. «Δὲ σ᾽ ἄκουσα ποτέ μου νὰ παίζῃς τὸ σουραύλι!… Βοσκὸς καὶ νὰ μὴν ἔχῃ σουραύλι, σὰν παράξενο μοῦ φαίνεται!…»

Πράγματι: It doesn’t make any sense!

Εἶχα ἐγὼ σουραύλι (ἤτοι φλογέραν), ἀλλὰ δὲν εἶχα ἀρκετὸν θράσος ὥστε νὰ παίζω ἐν γνώσει ὅτι θὰ μὲ ἤκουεν αὐτή…

Τὴν φορὰν ταύτην ἐφιλοτιμήθην νὰ παίξω πρὸς χάριν της, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς τῆς ἐφάνη ἡ τέχνη μου ἡ αὐλητική.

Μόνον ἠξεύρω ὅτι μοῦ ἔστειλε δι᾽ ἀμοιβὴν ὀλίγα ξηρὰ σῦκα, κ᾽ ἕνα τάσι γεμᾶτο πετμέζι.

Θα λέγαμε: μάζευε κι ας είναι και ρώγες, και ρίξε τες μετά στον γιαλό, έτσι όπως έπεσε στο κύμα η δύστηνος κόρη, Μοσχούλα, Ακριβούλα (o altra cosa), σαν φάσμα και όνειρο, σαν άσμα ερωτικό, με του φτερού τον σάλαγο και με κανέναν ήχο.

(Τα λίγα λόγια ζάχαρη, και τα καθόλου μέλι.)

Θα τα λέγαμε αυτά (και άλλα), μόνο που η κριτική στην τέχνη την αυλητική του παιδιού υπήρξε αμείλικτος, ειδικά από τη γραία Λούκαινα εδώ παρακάτω, εν τω μέσω της νυκτός: «Κεῖνος ὁ Σουραυλὴς θὰ εἶναι. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ… Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι».

Έτσι είναι – αλίμονο: ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ.

Η μουσική, λοιπόν, ανασταίνει, η μουσική οδηγεί στον χαμό. Δεν αποκλείεται να είναι και θέμα προοπτικής. Εκτός κι αν πρόκειται για το ίδιο πράγμα, για το ένα και το αυτό.

(Με τον πόνο ενάντια στον πόνο…)

Την Ακριβούλα, σε κάθε περίπτωση, η φώκια την έκανε μια χαψιά, τη μετάλαβε μετά βαΐων και κλάδων (και μύρων), και τη μεταβόλισε, εντέλει, σε ενάλιο υμέναιο: Φύκια ᾽ναι τὰ στεφάνια της, / κοχύλια τὰ προικιά της…

Η Μοσχούλα, από την άλλη, σιτευτή, άπιαστος, μακρινή, ακόμη αρμενίζει στο κύμα∙ σαν σφαγμένος αμνός, ακόμη κυματίζει στην άκρη της άνοιξης: Τὴ χάρη σου τὴ σπλαχνικὴ μὴ μ’ ἀρνηστῇς, ἀρνί μου, / ἀγάπη μου αἰώνια, ἀγάπη μου στερνή μου.

Για να μην τα πολυλογούμε, η μια πνίγηκε, η άλλη σώθηκε. Για όλα φταίει ο Σουραυλής, ο Ποιμήν, ο Συρράπτης.

Αν ποτέ οι αναγνώστες τον κοιτάξουν καθώς εστίν (εννοώ: άμποτε!), θα ομολογήσουν την αληθινή του μορφή, ως ακολούθως: Σημείον αντιλεγόμενον. Άντε να βγάλεις άκρη. Αλλά αυτό είναι το τίμημα για την όραση, αυτό και για την αφή. Go figure!

Κι η αγαπημένη φιγούρα κυλά, όλο κυλά, ξεγλιστρά, σαν αφρός απ’ τα δάχτυλα.

Ἦτον πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα· ἦτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων.

Ἦτον ὄνειρον, πλάνη, γοητεία.

Ἤμην ὁ ἄνθρωπος, ὅστις κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ μὲ

τὰς χεῖράς του πρὸς στιγμὴν ἓν ὄνειρον, τὸ ἴδιον ὄνειρόν του…

Ύστερα έγιναν όλα καπνός – FLASH FORWARD: Τὸ νερὸν ὑψώνεται ὁλονέν. Μέσον δὲν εἶχα νὰ τὸ ἐκκενώσω. Ἂς γίνῃ ὅ,τι γίνῃ. Πιθανὸν νὰ βουλιάξῃ ἡ βάρκα, κ᾿ ἐγὼ μαζί.

Θ᾿ αὐτοκτονήσω ἀκουσίως. Λυποῦμαι τὴν ζωὴν ἆρά γε;…

Θα το μάθουμε στο επόμενο επεισόδιο, αλλά δεν το υπόσχομαι κιόλας.

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη