frear

Το σκοτεινό τρυγόνι #1: Προοίμιο – του Κυριάκου Μαργαρίτη

Προοίμιο
Οδός απωλείας

Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911.

Τα μαύρα μεσάνυχτα είναι ουσιαστικά λευκές νύχτες. Τη συγκεκριμένη θα χιόνισε. Ίσως ακόμη χιονίζει. Ν’ άπλωνε τώρα ένα σεντόνι ο Θεός!

(Ο ουρανός είναι μια νοικοκυρά που απλώνει μπουγάδα.)

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης βγήκε (κάποτε) απ’ το σπίτι, να πάει στο παντοπωλείο της γειτονιάς. Το καπηλειό ήταν κλειστό. Η πόρτα άνοιξε, το σκαλί έτριξε. Ο Παπαδιαμάντης σκόνταψε. Ούτε ο πρώτος ήταν, ούτε ο τελευταίος.

Όλοι αυτοί είναι ΜΟΝΑΔΙΚΟΙ.

(Στο βάθος αντήχησε η λέξη: Κισμέτι.)

Ο Παπαδιαμάντης έπεσε στο χιόνι, ώσπερ στρουθίον και άλλα πτηνά. Τι γύρευες στη Σκιάθο εσύ, ένας Οδίτης;

Ας πρόσεχε.

Η νύχτα έφεξε εξαίφνης με φωνές γυναικών: ΗΜΕΙΣ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΟΥ! Κυρατσούλα, Χαρίκλεια, Σοφούλα. Η Ουρανία ίσως ήταν αλλού, φερ’ ειπείν στο νησί της.

Κι η άλλη Μαρία;

«Ἄχ! Παναϊά μ᾽!»

«Τὸ παιδί! τὸ παιδί!»

«Βαστάξ᾽, Ἀλέκο!»

Οι γυναίκες έτρεξαν στον εκπεσόντα αδελφό τους, να τον τυλίξουν μ’ ένα πανί, να τον αλείψουν με μύρο. Ουσιαστικά, αποκαθήλωση σημαίνει περίθαλψη, ου μην κυοφορία.

Μεταξύ μας, ωστόσο: Τι μοι και υμίν, γύναια; Ας τα λέμε καλά.

Ο αδελφός ακολούθησε τις αδελφές του στο σπίτι, σε μια καρέκλα ή στο κρεβάτι, ή σε ένα σκαμνί. Του έδωσαν κάτι να πιει, του έριξαν μια κουβέρτα στους ώμους∙ έριξαν και στο τζάκι δυο κούτσουρα – εκτός κι αν είχαν ξυλόσομπα, δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί.

Εκείνος ήταν ήδη στο φοβερό βήμα, στην τελευταία του παράσταση. Καρέκλα, κρεβάτι, σκαμνί. Καθέδρα του Βασιλέως, για την έσχατη, ερωτευμένη αναμέτρηση – για τη μόνη ευφρόσυνη δίκη. Απολογία, ξέρετε, είναι η αφήγηση.

(Εκ βαθέων ακούγεται η λέξη: Κισμέτι.)

Ο Παπαδιαμάντης κοίταξε λυπημένος το ράφι. Εκεί ήταν τόμοι και τόμοι∙ κιτρινισμένες σελίδες, ράχες που ράγισαν. Ψαλτήρι, Μηναία, Αγία Γραφή. Το Μέγα Ωρολόγιον. Και ο Συναξαριστής. Στο ράφι ήταν κι οι τρεις αδελφές του.

Κάποια απ’ όλες, ή όλες μαζί, πήγαν να φέρουν αυτό που αναζητούσε το βλέμμα του – αυτό που νόμισαν ότι ζητούσε η ψυχή του. Δεν τις άφησε.

«Ἀφῆστε», τους είπε. «Ἀφῆστε τὸ βιβλίο! Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὃσα ἐνθυμούμαι ἀπ’ ὂξω».

Για την άρνηση, το χέρι του ήταν άκαμπτο κι όρθιο. Για την κατάφαση, το έριξε στον χορό. Η αφήγηση, ξέρετε, είναι άφεση. Προπάντων: ΑΦΗ.

Ο αδελφός λοιπόν έψαλε την ένατη ώρα των Φώτων. Η νύχτα μπήκε στην έλλαμψη – η νύχτα ήταν μαύρη, ήταν λευκή∙ τώρα ήταν και ξαναμμένη.

(Νύχτα ξελογιάστρα, νύχτα όμορφη – προς Θεού δηλαδή: Holy Night θα πει Horny Night.)

Ο Παπαδιαμάντης τραγούδησε σιγαλά, εν παροξυσμώ: Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, μεθ᾽ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν…

Τώρα που έχουμε παρρησία, ας αρχίσει (επιτέλους) αυτή η αφήγηση. Τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα. Ας τα πούμε καλά.

Ας τα πούμε για πάντα: Σκιάθος, 1861. Κατὰ συνοδίας τὰ πλήθη ἤρχοντο. Ἦτο τότε ἡ παραμονὴ τῆς 29 Αὐγούστου, Ἀποτομῆς τοῦ Προδρόμου.

Ο δεκαετής Αλέκος επέβαινε στο άλογο. Τον ακολουθούσαν, πεζοί, ο πατήρ Αδαμάντιος και τρεις γυναίκες παρέα. Κάποτε το άλογο τρόμαξε, φρούμαξε, σηκώθηκε στα πισινά του ποδάρια. Ο αναβάτης θα τρόμαξε περισσότερο. Ύστερα άκουσε τις γριές, τα κορίτσια του – ήταν όλες οι γυναίκες του κόσμου∙ ήταν η πιο άλλη Μαρία του.

«Ἄχ! Παναϊά μ᾽!»

«Τὸ παιδί! τὸ παιδί!»

«Βαστάξ᾽, Ἀλέκο!»

Ἄχ! ἀπὸ πόσας συμφορὰς πόσον κόσμον νὰ ἔσωσεν ἡ εὐσεβής, ἡ αὐθόρμητος αὕτη κραυγὴ τῶν χριστιανῶν γυναικῶν!

Indeed: «Μὴ φοβᾶσθε! Ἐδῶ εἶμαι! Πήδησα κάτω!»

«Δόξα σοι, ὁ Θεός!»

«Ἐγὼ ἔκαμα τάμα στὸν Ἁι-Γιάννη».

«Ἐσὺ ἔταξες, παιδί μ᾽, τίποτα;»

«Τί νὰ τάξω;» είπε ο Αλέκος, αμήχανα. «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀσήμι γιὰ νὰ κάμω παιδιά».

Τα ασημένια παιδιά, τουτέστιν τα τάματα, τα είδε μετά στον ναό, γύρω από την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου. Εκεί θ’ αναγνώρισε και τον εαυτό του, στην αργυρή επιφάνεια, σε μιαν αντανάκλαση από σκοτάδι και φως. Άραγε να σκέφτηκε τη λέξη: Κισμέτι;

Το ἂσημον, πάντως, στα αρχαία ελληνικά είναι το άταφο.

Την κεφαλή του Προδρόμου ο Ηρώδης την κέρασε σε έναν δίσκο ασημένιο. Η Σαλώμη δάγκωσε τα χείλη και δεν έβαλε στο στόμα της τίποτα, ποτέ πια.

Ξαφνικά: Ρίξε κάτι πάνω σου, πουλάκι μου, θα πουντιάσεις!

Το έβδομο πέπλο της Σαλώμης δεν ξέρω τι έγινε, θα το πήρε ο αέρας. Το όγδοο ήταν ο δερμάτινος χιτώνας, η γύμνια της. Το ένατο και έσχατο ήταν οπωσδήποτε η στολή της ψυχής της. Την ύφανε εφ’ όρου ζωής, από χιόνι και δάκρυα. Υπάρχουν χοροί και χοροί.

Καταλαβαίνετε τώρα τι θα πει η υπενθύμιση: Ζακέτα να πάρεις!

Ἄχ! ἀπὸ πόσας συμφορὰς πόσον κόσμον νὰ ἔσωσεν ἡ εὐσεβής, ἡ αὐθόρμητος αὕτη κραυγὴ τῶν χριστιανῶν γυναικῶν!

Μα ποιος τις ακούει;

Ο Αλέκος παράκουσε προπαντός τον πατέρα του, που του είπε να μείνει εντός του ναού μέχρι το τέλος της λειτουργίας. Ο Αλέκος δεν έμεινε, ήθελε να παίξει με τ’ άλλα παιδιά.

«Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμέ!»

Τοῦ κάκου. Ἔτρεχαν, ἔτρεχαν. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ τοὺς φθάσω. Ἔκλαιον εἰς μάτην. Κι οι άλλοι τον κορόιδευαν κιόλας. Τα παιδιά είναι σκληροί άνθρωποι.

«Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ νὰ πιάνῃς καβούρια· εἶσαι γιὰ νὰ τρῷς χαράμια!»

«Εἶσαι γιὰ τυφλοψώμια!»

Τρέχα γύρευε δηλαδή, κι ο Αλέκος έβαλε τα δυνατά του, αλλά ήταν αργά: τα άλλα παιδιά έγιναν άφαντα. Εκείνος βρέθηκε στην αιώνια διχάλα, σαν τον Ηρακλή μεταξύ Αρετής και Κακίας – και δεν το κατάλαβε καν. Κι αντί να στρίψει δεξιά, προς το παρεκκλήσι του Αϊ-Γιάννη, ετράπη εις τ’ αριστερά, στο ρέμα της Ζωοδόχου Πηγής – πού πας, ρε κακομοίρη;

«Νά! τώρα θὰ σὲ φᾶνε τὰ κρούσματα…»
«Θὰ σὲ φᾶνε τὰ στοιχειά…»

Ο Αλέκος, που λέτε, χάθηκε. Το νερό, η ροή του στο ρέμα, υπέβαλλε τη λέξη: Κισμέτι. Ο Αλέκος δεν άκουε, κι έτσι άρχισαν όλα, την παραμονή του πιο μεγάλου αποκεφαλισμού. Αυτή είναι μια ιστορία με φαντάσματα, μια ιστορία του τρόμου και του χαμού.

Όταν γίνει ταινία, ο τίτλος της θα είναι ο ακόλουθος: Θεία Παρωδία. Να το θυμάστε!

Ὅταν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ συμβὰν ἐκεῖνο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, μοῦ φαίνεται ὡς νὰ ἦτο ἀλληγορία ὅλης τῆς ζωῆς μου. Chè la diritta via era smarrita.

Ἀνέβαινα καὶ ἀνέβαινα τὸ ρεῦμα, καὶ ὁλονὲν ἐχανόμην. Δὲν ἐπανεύρισκα, ὄχι, τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν ἔχανα. Ὤ, ναί, εἶχε χαθῆ δι᾽ ἐμὲ ἡ εὐθεῖα ὁδός.

La diritta via era smarrita.

Κάπως έτσι (εννοώ: δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω κτλ.), ο Αλέκος συνάντησε δυο παιδιά, αγόρι, κορίτσι, ανεξιχνίαστα πλάσματα, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν νεκρά∙ ή ζόμπι. Ο Αλέκος ζήτησε βοήθεια, αλλά το αγόρι τον πήρε με τις πέτρες. Το κορίτσι γέλασε.

(Το κορίτσι, ὣς ὀκτὼ ἐτῶν, μὲ τὴν ποδίτσαν της τὴν ἐρυθρὰν καὶ μαλλίνην, ἀνυπόδητη καὶ ἀκτένιστη, πρωταγωνίστησε αργότερα σε ταινία με τίτλο: The Ring.)

Για να γλιτώσει απ’ τις πέτρες, ο Αλέκος πήγε βαθύτερα στο ρέμα, και αποκοιμήθηκε (ή λιποθύμησε) πίσω από τις καλαμιές – κάτι θάμνους. Εκεί τον βρήκε ένας καλόγερος με το όνομα Χαιρήμων. Ο Αλέκος είχε ακούσει για αυτόν, του είχε μιλήσει ο πατέρας του – του είχε πει ότι ο Χαιρήμων είχε πεθάνει πριν από χρόνια. Τώρα, όμως, ήταν λαλίστατος.

«Πῶς ἦλθες ἐδῶ, τέκνον;»

«Ἔχασα τὸ δρόμο».

Ὁ γέρων ἔσεισε τὴν κεφαλήν. «Ἔτσι χάνουν τὸν δρόμον τους», εἶπεν, «ὅσοι δὲν ἠξεύρουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ πηγαίνουν. Μήπως σ᾽ ἔστειλαν πουθενὰ εἰς ὑπηρεσίαν καὶ λέγεις ἔχασα τὸν δρόμον; Διατί δὲν ἔκαμες ὑπακοήν; Δὲν σοῦ εἶπεν ὁ πατήρ σου ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃς ἐκεῖ μέχρι τέλους τῆς λειτουργίας; Διατί ἔφυγες; Καὶ δὲν σοῦ ἔφθανεν ὁ κίνδυνος ποὺ ἔτρεξες νὰ σὲ σκοτώσῃ ἡ φοράδα, σήμερον τὸ πρωί;»

«Ἄ! ἤσουν ἀντίκρυ καὶ μ᾽ ἔβλεπες;»

«Ἡμεῖς τὰ βλέπομεν», εἶπε παραδόξως ἐκεῖνος. Ο καλόγερος μιλούσε μάλλον για τους νεκρούς. Αυτοί (έτσι κι αλλιώς) τα ξέρουν όλα. Ο καλόγερος πρόσθεσε: «Ὕπαγε…»

Κι ο Αλέκος πήγε – εδώ: Άθως, 1872.

Silent Night. Silent Movie. Παρεκτός (και εν χορώ) οι καλόγεροι: Ὕπαγε, ὓπαγε…

Κι ο Αλέκος πήγε – εδώ: Αθήνα, 1899. (Τώρα μάλιστα!)

Τώρα είναι απόγευμα, η μέρα σβήνει στο ρέμα του Ιλισού, στη σημερινή οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης τελειώνει με τη μετάφραση της ημέρας, φεύγει από την εφημερίδα, επιστρέφει στο σπίτι του – τρέχει: ΚΑΡΤΕΡΕΙΤΕ Κ’ ΕΜΕ!

Το δειλινό είναι (ουσιαστικά) ο ξανακερδισμένος χρόνος, η ξανακερδισμένη ζωή. Τότε γράφεται η μέρα – τότε αρχίζει η αλήθεια, η ανάσταση, η ζωή. Στο κάθε δείλι.

Γι’ αυτό, αδελφοί, όποτε σας βρίσκει το δείλι πλησίον του Ξενοδοχείου Χίλτον, στην οδό Μιχαλακοπούλου ή στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, και κυρίως στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, εκεί όπου επισυμβαίνει η κρίσις των ουρανών, να τον κοιτάτε αυτόν τον Δρομέα, να τον μνημονεύετε αυτόν τον Δρομέα.

Ούτε ο πρώτος είναι, ούτε ο τελευταίος – γι’ αυτό είναι ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ.

(Όλοι οι ήχοι της πόλης εκβάλλουν στη λέξη: Κισμέτι.)

«Κὺρ Ἀλέξαντρε!» λέει αίφνης φίλος συγγραφεύς, από το παρακείμενο καφενείο. «Κὺρ Ἀλέξαντρε!»

«Βαστάξ᾽, Ἀλέκο!»

«Κὺρ Ἀλέξαντρε! Ἒλα νὰ καθίσουμε!»

«Ἀλέκο! Ἀλέκο!»

Το χέρι σηκώνεται, το χέρι χορεύει. Πτώση και σκόνταμμα, και μέγα άλμα. Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα πω όσα ενθυμούμαι απ’ όξω. Τι δεν καταλαβαίνετε;

(Εβγάτε όξω ρε μανάρια από τις λέξεις / Εβγάτε όξω δίχως πουκάμισα / στους μεγάλους αγώνες της ορατότητας.)

Ο άνθρωπος αυτός πήδησε κάτω, πάνω, μέσα στο χιόνι, πρώτη ύλη για το πουκάμισο της πίστεως, τη στολή, την αγία σινδόνη. Να την άπλωνε τώρα ο Θεός! Μια ασημένια νύχτα, αυτό το πιο άσημο απόγευμα. Τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα. Και τι άλλο θέλω;

ΑΦΗΣΤΕ!

«Κὺρ Ἀλέξαντρε, κάθισε νὰ πιοῦμε καφέ!»

(Ρε μανία.)

«Ἂσε… Ἂσε με!» Που θα πει: Ὓπαγε…

Indeed: «Ἂσε με –

ΤΡΕΧΩ ΝΑ ΠΡΟΦΘΑΣΩ ΤΟΝ ΗΛΙΟΝ».

Συνεχίζεται…

⸙⸙⸙

[Από την Καθαρά Δευτέρα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο Φρέαρ το μυθιστόρημα επιφυλλίδων Το σκοτεινό τρυγόνι του Κυριάκου Μαργαρίτη, βασισμένο στο ομώνυμο, υπό έκδοση γκράφικ νόβελ, σε σχέδιο Χαράλαμπου Μαργαρίτη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη