H μέση τον πονούσε πολύ. Στηρίχθηκε στο δεξί χέρι, μήπως μπορέσει να σηκωθεί, όμως ένας οξύς πόνος στον καρπό τον υποχρέωσε να το μαζέψει βογκώντας, με αποτέλεσμα να βρεθεί πάλι ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς στο βρώμικο λιθόστρωτο. Διάβολε! Τούτη τη φορά τα πράγματα ήταν σοβαρά – αυτός ο αλήτης που σέρβιρε στη «Μαύρη Φάλαινα», στο κέντρο της παλιάς πόλης –και δεν ήταν καν ντόπιος, τους είχε κουβαληθεί από το Γιορκ λίγα χρόνια πριν–, τον είχε κυριολεκτικά πετάξει στον δρόμο, με κίνδυνο να σπάσει κανένα κόκκαλο. Μορφάζοντας από τον πόνο, βρίζοντας μέσα από τα δόντια του, ο Στηβ κατάφερε να σηκωθεί. Σύρθηκε σαράντα μέτρα πιο πέρα, συμμάζεψε το καρό του πουκάμισο, που είχε σκιστεί, έτριψε το πονεμένο του χέρι κι έπιασε τις απειλές: Δεν τον ήξεραν καλά, οι ψευτόμαγκες της «Φάλαινας»! Θα τους έδειχνε αυτός! Κανείς δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί να σερβίρει έναν παλιό ναυτικό που είχε οργώσει τις θάλασσες του κόσμου με το έμβλημα του λιμανιού τους στο στήθος, έναν χτίστη που είχε χτίσει τη μισή πόλη με τα χέρια του, όταν ξεμπάρκαρε, επειδή έτυχε μια-δυο φορές να μην του βγαίνουν τα χρήματα στον λογαριασμό. Κούνησε οργισμένος την αριστερή γροθιά προς το μέρος των διωκτών του («τη μέρα που θα περπατήσεις πάνω στο νερό θα ξαναπιείς μπύρα εδώ!», τον είχαν χλευάσει), απειλώντας θεούς και δαίμονες, τρέμοντας από θυμό.
Το μάτι του έπεσε σε μια γιορτινή γιρλάντα που τύλιγε έναν φανοστάτη στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Να πάρει η οργή! Παραμονή Χριστουγέννων απόψε –το είχε ξεχάσει. Την ιστορία του Σκρουτζ δεν την είχαν ακούσει αυτοί οι αλιτήριοι, που τον πέταξαν έξω χρονιάρα μέρα;
Έφτυσε μια τελευταία βρισιά προς το μέρος τους και πήρε τον δρόμο για τη μαρίνα. Το σούρουπο χαμήλωνε ήδη πάνω από τις αποθήκες και τους έρημους δρόμους, το κρύο ήταν τσουχτερό, ακόμα και για έναν σκληρόπετσο ναυτικό σαν αυτόν. Το «Πίκουοντ», στην προκυμαία, στέγαζε την τελευταία του ελπίδα για ένα ποτήρι μπύρα· δεν μπορούσε να γυρίσει στο έρημο σπίτι με το λαρύγγι στεγνό, στο «Πίκουοντ» είχε φίλους, θα τον καλοδέχονταν, θα τον κερνούσαν – ήταν σίγουρος γι’ αυτό.
Κάτι χαμίνια ξεπήδησαν μέσα από τις σκιές πίσω του και τον πήραν στο κατόπι. «Στο διάβολο, βρομόπαιδα!», τα φοβέρισε. Τα αγόρια σκόρπισαν γελώντας, κοροϊδεύοντάς τον από μακριά. Τους κούνησε μια τελευταία φορά τη γροθιά του και συνέχισε όπως όπως τον δρόμο του.
Έστριψε την τελευταία γωνία και αντίκρισε το λιμάνι. Μέσα στη νεαρή, παγωμένη νύχτα, πίσω από το πέπλο της ομίχλης, τα φώτα της παμπ έλαμπαν σαν φάρος – ίσως γι’ αυτό του φάνηκε τόσο σκούρα, τόσο συμπαγής η επιφάνεια του νερού. Κι όμως… Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ένα τρικάταρτο σκαρί, ούτε δέκα μέτρα μπροστά του, έστεκε ακίνητο, μπαταρισμένο στο πλάι. Έτριψε τα μάτια του με τις γροθιές του. Το πλοίο συνέχισε να γέρνει, σαν σε φωτογραφία. Έσκυψε μπροστά: ακριβώς κάτω από τα πόδια του, εκεί που θα ʼπρεπε το νερό να γλύφει τον βράχο της μαρίνας, ένα άδειο μπουκάλι ήταν σφηνωμένο στη σκοτεινή επιφάνεια, σαν να ήταν χωμένο στη λάσπη. Μα ήταν η ώρα της πλημμυρίδας! Έμεινε για λίγο να κοιτά σα χαζός· ύστερα κατάλαβε. Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, από τη μια φαβορίτα ως την άλλη. Στο διάβολο οι αλήτες του «Πίκουοντ» – ξεχνούσε πώς του είχαν φερθεί την τελευταία φορά; Δεν θα τους έκανε το χατίρι! Ξαναπήρε κουτσαίνοντας το δρόμο για τη «Μαύρη Φάλαινα»: την παρ’ ολίγο μοίρα του Σκρουτζ δεν τη φοβόνταν οι ιδιοκτήτες της, θα την πάθαιναν όμως όπως ο Μακμπέθ*, και μάλιστα από δικό τους χρησμό – δεν θα τολμούσαν να πάρουν τον λόγο τους πίσω!
Εκείνη την Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 1992, το ασυνήθιστα δριμύ ψύχος των προηγούμενων ημερών και η απουσία ανέμου είχαν ρίξει τη θερμοκρασία των νερών στο δέλτα του Χάμπερ κάτω από το κρίσιμο όριο, με αποτέλεσμα η βραδινή πλημμυρίδα να παγιδευτεί μες στο παλιό λιμάνι και να παγώσει, εγκλωβίζοντας στην αγκαλιά της τα πλεούμενα της μαρίνας, επιτρέποντας στα παιδιά να παίξουν πάνω στην επιφάνειά της το επόμενο πρωί – μια εικόνα που ελάχιστοι ανάμεσα στους γηραιότερους κατοίκους του Κίνγκστον Απόν Χαλ μπορούσαν ν’ ανακαλέσουν στη μνήμη τους.
***
* Ο τρίτος χρησμός που δίνει στον Μακμπέθ η Τρίτη Οπτασία στην 1η Σκηνή της Τέταρτης Πράξης: «Ο Μακμπέθ δεν πρόκειται ποτέ να νικηθεί, μέχρις ότου το δάσος του Μπέρναμ ν’ ανεβεί στον λόφο του Ντανσινέιν και να του επιτεθεί». Ο Μακμπέθ εφησυχάζει, ώσπου ο στρατός του Μάλκολμ, γιου του βασιλιά της Σκωτίας Ντάνκαν, κινείται εναντίον του κρυμμένος πίσω από κλαδιά κομμένα από το δάσος του Μπέρναμ.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Michiel Schrijver. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







