«Ο ΧΟΛΝΤΕΝ ΚΟΛΦΙΛΝΤ ΜΕ ΕΒΑΛΕ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΩ ΤΟΝ ΛΕΝΟΝ»
1.
«Μα πώς είναι δυνατόν να μου έχουν κλέψει το όνομα;», αυτό σκεφτόταν μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, «ένα πράγμα δικαιούται κάθε άνθρωπος στη ζωή κι αυτό είναι τ’ όνομά του, η τιμή του και ο τάφος του». Ήταν εξοργισμένος, άναψε τσιγάρο, κοίταξε το νυχτερινό τοπίο, τον κούραζε η οδήγηση με τους προβολείς, είχε πάλι τσακωθεί μ’ εκείνη τη νοσοκόμα, το αυτοκίνητο σαν απόμακρο μεταλλικό άλογο κάλπαζε προς το σπίτι από μόνο του, συνηθισμένο στην καθημερινή διαδρομή. Πάρκαρε, πέταξε τη γόπα στα χαλίκια που κριτσίνιζαν κάτω απ’ τις σόλες του σαν σπασμένα γυαλιά, σκουντούφλησε στο λευκό οστό κάποιου άγνωστου ζώου, έβρισε ξεκλειδώνοντας, πέταξε ένα «γεια» στη Γκλόρια και τράβηξε κατευθείαν για το υπόγειο. Κατεβαίνοντας την ξύλινη σκάλα χάιδεψε από συνήθεια (ή για γούρι) την ασπρόμαυρη φωτογραφία από την κατασκήνωση, με τα ομαδόπουλά του να τον περιτριγυρίζουν – γι’ αυτά ήταν πάντα ο παιδοφύλακας πάνω απ’ τον γκρεμό, ήταν ο Χόλντεν.
Έπιασε την τηλεφωνική συσκευή, κάλεσε στον αριθμό που τον είχε μάθει πια απ’ έξω, απάντησε η γνωστή ξινή φωνή και ρώτησε:
«Θα σας ήταν εύκολο να μιλήσω με τον κ. Λένον; (παύση)
»Δηλαδή, αν ξερωγώ ήταν εκεί, θα περνάγατε τη γραμμή;»
Δεν είχε νόημα να συνεχίσει, κατέβασε το ακουστικό, άπλωσε τα ξυπόλητα πόδια του πάνω στο τραπεζάκι, τέντωσε το κορμί του και χασμουρήθηκε. Άρχισε να σιγοτραγουδάει:
Close your eyes have no fear
The monster’s gone, he’s on the run and your daddy’s here
Beautiful, beautiful, beautiful, beautiful boy
μέχρι που τον πήρε ο ύπνος βυζαίνοντας τον αντίχειρά του στην πράσινη πολυθρόνα, την ώρα που άκουγε τη νανουριστική μουσική και τις απέραντες εκτάσεις της σίκαλης να θροΐζουν στο απαλό αεράκι. Την ίδια ώρα, ακριβώς από πάνω, η Γκλόρια εκμυστηρευόταν ψιθυριστά σε μια φίλη της στο τηλέφωνο ότι «ο άντρας μου αγόρασε ένα περίστροφο και λέει πως θα σκοτώσει τον Τζον Λένον».
2.
Παραιτήθηκε απ’ τη δουλειά, δεν πήγαινε άλλο. Στο παρουσιολόγιο υπέγραψε φαρδιά πλατιά με το κανονικό του όνομα «Τζον Λένον», κανένας δεν έδωσε σημασία. Όμως δεν θα άφηνε κανέναν σφετεριστή, κανέναν σωσία, κανέναν κάλπη, εκατομμυριούχο δήθεν επαναστάτη να του λερώνει το όνομα, το ξεκαθάρισε στην ομάδα προσευχής, κανένας με το όνομα «Τζον Λένον» δεν μπορούσε να είναι κομμουνιστής. «Εσένα Μαρκ δεν σε λένε;» τον κοίταξαν απορημένοι, τους αντιγύρισε ένα ενοχλημένο ύφος σιωπηρής αποδοκιμασίας, δεν ήξεραν. Και όπως λέει ένα ρητό, είναι καλύτερο να έχεις την ησυχία σου παρά να έχεις δίκιο.
Στην τηλεόραση, το ίδιο βράδυ, χάθηκε κάποια στιγμή το σήμα της κεραίας και μες στις κυματιστές γραμμές που οι άλλοι τις αποκαλούν «χιόνι» είδε σε μία λάμψη την εντολή: «Δεν θα σκοτώσεις». Ένιωσε ευνοημένος από τον Θεό, σαν τον Δανιήλ που αποκαλύπτει στον βασιλιά Βαλτάσαρ τη σημασία των λέξεων «Μενέ, Θεκέλ, Φαρσίν» που έγραφε αόρατο χέρι στον τοίχο του παλατιού του. Την επόμενη νύχτα είδε ένα όνειρο πολύ τρομακτικό, ξύπνησε τρέμοντας απ’ τον φόβο του, αλλά το ξέχασε αμέσως. Και κανένας Δανιήλ δεν εμφανίστηκε αυτή τη φορά για να του το θυμίσει και να το ερμηνεύσει. Αποφάσισε ν’ απαρνηθεί τους πρεσβυτεριανούς και να επιστρέψει στην προηγούμενη θρησκεία του, στον Φύλακα στη σίκαλη.
3.
Οδηγώντας στον δρόμο με τους φοίνικες και με τον ήλιο να τον στραβώνει παρά τα μαύρα γυαλιά, θυμήθηκε τη Σιγκαπούρη και τη Μπανγκόγκ, τον δικό του γύρο του κόσμου σε 80 μέρες, όταν έφτασε όμως μπροστά στο γκισέ του τουριστικού πρακτορείου έβγαλε εισιτήριο για τη Νέα Υόρκη. Ίσως έφταιγε εκείνη η κοκκινομάλλα υπάλληλος που του μιλούσε με την τσίχλα στο στόμα και τον τρέλανε τόσο που μπέρδεψε τους προορισμούς. Την έλεγαν Τζιν, απαίσιο όνομα.
Στη Νέα Υόρκη ήταν Δεκέμβριος, τι παράξενο. Έφυγε απ’ το ξενοδοχείο, είδε το άγαλμα της ελευθερίας, πολύ ριψοκίνδυνο – συλλογίστηκε, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί – να ριχτείς από κει πάνω στο κενό, θα το ξανασκεφτείς πολλές φορές μέχρι να φτάσεις κι ίσως στο μεταξύ να το μετανιώσεις. Αγόρασε σ’ ένα σοκάκι κοκαΐνη από έναν μαύρο, πρότεινε στον οδηγό του ταξί λίγη ώρα αργότερα να τη μοιραστούν, δεν ήθελε. Πήγαινε πάνω κάτω στην πόλη σαν παιδί που μόλις ανακάλυψε τις χαρές του λούνα παρκ. Αναρωτήθηκε αν θα ήταν καλή ιδέα να περάσει από τους New York Times για να διαμαρτυρηθεί που δεν δημοσίευσαν εκείνη την επιστολή που είχε στείλει, αλλά βαρέθηκε. Αγόρασε ένα εισιτήριο με θέση στην πρώτη σειρά για τον Άνθρωπο Ελέφαντα, έπαιζε ο Ντέιβιντ Μπάουι. «Είστε πολύ τυχερός»», του είπε με ενθουσιασμό η ξανθιά στο ταμείο, «στα διπλανά σας καθίσματα θα κάθονται ο Τζον Λένον και η Γιόκο Όνο», της χαμογέλασε κι αυτός βέβαια. «Τι συμπαθητικός άνθρωπος» μονολόγησε η κοπέλα μόλις γύρισε την πλάτη του, δεν την άκουσε. Αναγνώρισε στο μετρό τον τραγουδιστή Τζέιμς Τέιλορ, του συστήθηκε ως Τζον Λένον φυσικά, αλλά εκείνος δεν του έδωσε σημασία, ίσως έφταιγε ότι είχε ιδρώσει και ποιος δίνει σημασία σ’ έναν άνθρωπο κάθιδρο; Δεν εξηγείται αλλιώς. Οι δηλώσεις του τραγουδιστή δυο μέρες αργότερα πως τον είχε κολλήσει στον τοίχο του βαγονιού και ότι έβλεπε να στάζουν κάτι χοντρές σταγόνες μανικού ιδρώτα απ’ το μέτωπό του, θα τον ξάφνιαζαν πολύ δυσάρεστα. Το πιο ενοχλητικό, βέβαια, ήταν που είπε πως μύριζε η αναπνοή του.
Το βράδυ τηλεφώνησε στη Γκλόρια, του ξεκαθάρισε ότι πρέπει να πάψει επιτέλους ν’ αποφεύγει την ψυχολόγο του, εκείνος της αντέτεινε ότι πρέπει πρώτα απ’ όλα να λύσει το πρόβλημα της σχέσης του με τον Θεό. Μόνο το επόμενο πρωί εκείνη θα συνειδητοποιούσε ότι της μιλούσε για τον Χόλντεν Κόλφιλντ και όχι για τον Χριστό.
4.
Λίγα πράγματα άφησε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, τα ξυριστικά, τη χτένα, μια φτηνή κολώνια και την άδεια σχεδόν βαλίτσα του. Έφυγε κρατώντας παραμάσχαλα το Double Fantasy του άλλου. Απ’ το γωνιακό βιβλιοπωλείο αγόρασε ένα αντίτυπο του Φύλακα στη σίκαλη, το δέκατο τρίτο στη σειρά. Ζήτησε ένα μολύβι για να γράψει δήθεν μια αφιέρωση, σημείωσε με υπερηφάνεια: «Αυτή είναι η δήλωσή μου». Πέρασε όλη τη μέρα έξω απ’ την πολυκατοικία τους, εκείνοι μάλλον έλειπαν. Έπιασε κουβέντα με άλλους θαυμαστές, είδε τον γιο του Τζον να περνάει μαζί με την οικονόμο, του χάιδεψε τα μαλλιά. Το μεσημέρι ρίχτηκε απροειδοποίητα σ’ ένα χοτ ντογκ, δεν ήθελε ν’ αφήσει το πόστο του και τον βόλεψε ο πλανόδιος πωλητής. Λέρωσε το μανίκι του με μουστάρδα. Όπως τον είχε ενημερώσει ο θυρωρός, στις 5 το απόγευμα το ζευγάρι βγήκε. Μαζί με άλλους έτρεξε κοντά και λίγο πριν μπουν στην κόκκινη λιμουζίνα έτεινε στον Λένον το άλμπουμ για να του το υπογράψει. Ένας ερασιτέχνης φωτογράφος που είχαν πιάσει τη κουβέντα περιμένοντας, ο κοκκινομάλλης Πολ Γκόρες, απαθανάτισε τη στιγμή, εκείνος χάρηκε που θα υπήρχε ένα ντοκουμέντο της παρουσίας του. Του πρότεινε να μείνει και να πάνε μετά για ένα ποτό, ο Γκόρες όμως βιαζόταν, είχε δουλειά. «Κρίμα», του απάντησε εκείνος, «μπορεί και να μου άλλαζες το πρόγραμμα».
Αργότερα το ίδιο βράδυ, μετά που φώναξε «κύριε Λένον» και πυροβόλησε πέντε φορές πισώπλατα τον συνονόματό του, κάθισε ήσυχος στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, αδιάφορος για όσα συνέβαιναν γύρω του (αίματα, φωνές, ασθενοφόρα), και ξανάπιασε το βιβλίο. Δεν χρειάστηκε να προχωρήσει πολλές σελίδες για να καταλάβει ότι του φαινόταν πλέον πολύ διαφορετικό. Σαν το νόημα να είχε μετακινηθεί.
«Με λένε Μαρκ Τσάπμαν, τελικά» μονολόγησε, αληθινά εμβρόντητος από την ξαφνική ανακάλυψη. Ύστερα τον συνέλαβαν.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







