frear
Chungking Express, Wong Kar-Wai

Η επανάσταση του τζιν τόνικ – του Ορφέα Κρητικού

Συνήθως δεν είναι τόσο εύκολο να καταλάβεις πότε αλλάζεις κεφάλαιο στη ζωή σου. Κι αυτό δεν γίνεται ποτέ σε μια μέρα. Θυμάμαι τη μετάβασή μου από το ρούμι κόλα στο τζιν τόνικ. Έγινε τελείως οργανικά και σταδιακά. Παραδόξως, τότε που τα πέντε Κούμπα Λίμπρε σε καθημερινή βάση, με έφερναν —ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα— σε συνεχή επαφή με μικρές επαναστάσεις, όποτε αποφάσιζα να πιώ τζιν τόνικ, έλεγα στον εαυτό μου —ή και στην παρέα— αστειευόμενος: «Σήμερα θα πιώ κάτι εξωτικό». Κι όπως κάθε τι εξωτικό, άρχισα να το δοκιμάζω όλο και πιο συχνά, τόσο που έπαψε πια να είναι εξωτικό και έγινε το, ή μάλλον τα καθημερινά. Κι ευτυχώς, δηλαδή, που, όσο συνέβαινε αυτό, είχα αντιληφθεί και εγώ ότι καμία επανάσταση δεν θα ερχόταν από το άδειο μου ποτήρι. Κι ακόμη μια φορά ευτυχώς, γιατί ένα βράδυ είχα προβληματιστεί πολύ με το δίλημμα · αν το Κούμπα Λίμπρε με έκανε επαναστάτη, τότε το τζιν τόνικ τι θα με έκανε;

Μερικές φορές, πάλι, αναρωτιέμαι πόσο καιρό μου παίρνει να αντιληφθώ ότι έχω αλλάξει. Είμαι τόσο διαφορετικός άνθρωπος, μα πάλι ο ίδιος. Πρόσφατα αναρωτήθηκα, όμως, αν το έχουν καταλάβει και οι φίλοι μου ότι αλλλάζω. Ή έστω ότι αλλάζω και εγώ. Γιατί αυτοί αλλάζουν σίγουρα κι εγώ, μερικές φορές, δυσκολεύομαι να το αποδεχτώ. Μα, εν τέλει, ίσως αλλάζω περισσότερο προσπαθώντας να μείνω ο ίδιος.

Σε κάθε περίπτωση, απόψε δεν άλλαζα ποτό, μα σίγουρα έπινα για μια φάση που τελείωνε. Και το ήξερα πολύ καλά. Επιτέλους βρήκα αυτό το μικρό σπιτάκι, και τα βρήκα και με τον καλό κύριο με το μουστάκι που ήθελε να το νοικιάσει. Κι έτσι, από τον επόμενο μήνα και κάτι, θα μένω μόνος μου. Είναι μια συνθήκη που ήθελα από πάντα, και μια αλλαγή που σχεδίαζα χρόνια. Μα ακόμη κι έτσι, τη στιγμή που δώσαμε τα χέρια, μου δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο συναισθήματα. Το προφανές, χαρά, και το αμέσως επόμενο προφανέστερο, άγχος. Άγχος για ένα σωρό πράγματα που φέρνει το να ανοίξεις ένα σπίτι, μα κυρίως άγχος για το ότι ανταλλάσσω μια υπέροχη φάση της ζωής μου για να κάνω περισσότερο παρέα με τον εαυτό μου, νομίζοντας, και σίγουρα ελπίζοντας, ότι αυτός ο τύπος θα συνεχίσει να μου αρέσει. Ίσως να αγχώνομαι που θα είμαι πιο ελεύθερος, όσο παράδοξο κι αν είναι το ότι κάπως συνδέεται η ελευθερία μου με τη μοναξιά που απλόχερα προσφέρουν τέσσερις τοίχοι. Αυτή τη στιγμή, αν έπαιζα σε ταινία, θα έπινα μια γερή γουλιά κοιτώντας κάπου αόριστα, ενώ από πίσω μου θα έλεγαν οι Pink Floyd:

«Did you exchange / A walk-on part in the war / For a lead role in a cage?»

Πάλι σ’ αυτή τη στιγμή, κι επειδή δεν παίζω σε ταινία, πήγα να πιώ από το ποτήρι μου, και χωρίς να εκτιμήσω καλά τη στάθμη της μπύρας που έπινα, παραέγειρα το ποτήρι και η μπύρα ξεχείλισε, χάιδεψε το μούσι μου και σταμάτησε πάνω στο μπλουζάκι μου, στο ύψος του στέρνου. Πάντα μου τη σπάει όταν συμβαίνει αυτό. Ο δε Γκαστόν, που γυρνούσε από την τουαλέτα, το είδε  και ήρθε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά να μου κάνει πλάκα.

«Ξέχασες που βρίσκεται το στόμα σου, μικρέ;»

Γέλασα.

«Πού είσαι τόση ώρα; Ξέχασες πού βρίσκεται το πουλί σου;»

Του άρεσε. Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά και καβάλησε το σκαμπό του με αέρα καουμπόι. Όταν οι αγκώνες του προσγειώθηκαν στο μπαρ, έκανα σήμα στον μπάρμαν. Μέχρι να ΄ρθει, ο Γκαστόν με σκούντησε:

«Με τέτοια υπέροχα νέα πρέπει να το γιορτάσουμε!», είπε με πονηρό βλέμμα, πριν απευθυνθεί στον μπάρμαν: «Δύο σφηνάκια τεκίλα λευκή με αλάτι και λάιμ».

Το πλατύ χαμόγελό του αποκάλυπτε το ασημένιο του δόντι, που για κάποιο λόγο δεν με ενοχλούσε καθόλου, ή μάλλον μου άρεσε κιόλας, καθώς συμπλήρωνε κάπως αυτό το έπος περσόνας που ήταν ο Γκαστόν.

Τσουγκρίσαμε, γλείψαμε, και κατάπιαμε.

«Γκαρσόν, δύο σφηνάκια ακόμη!» παρήγγειλε και συνέχισε εύθυμα. «Γκαρσόν, εγώ είμαι ο Γκαστόν! Καλό ε; Ένα γράμμα διάφορα έχουμε μόνο», είπε και συνέχισε να χαχανίζει μόνος του, ψάχνοντας ίχνη εκτίμησης του αστείου του στα πρόσωπά μας. Ο μπάρμαν, ανέκφραστος, ακουμπούσε τα σφηνάκια μπροστά μας μαζί με το λεμόνι και το αλάτι.

Τσουγκρίσαμε, γλείψαμε, και κατάπιαμε

«Δεν είναι ότι χρειάζεσαι και πολλές δικαιολογίες για να γιορτάσεις, Γκαστόν. Σε κάθε ευκαιρία το ποτήρι σου είναι ψηλά».

«Ναι, ναι, και το χαμόγελο μου πλατύ. Κάτι πρέπει να κάνω καλά μάλλον» είπε και σοβάρεψε κάπως απότομα. Το βλέμμα του καρφώθηκε στην άλλη άκρη του μπαρ. Προσπαθώντας να το ακολουθήσω, βρήκα τη νοητή γραμμή στο ταβάνι και, χωρίς να τη χάσω, το έσυρα προς τα κάτω. Το πλαισίωναν τέσσερις καμάρες. Στη βάση αυτών, μεταξύ της τρίτης και της τέταρτης, ο Γκαστόν χάζευε δυο κοπέλες. Χωρίς μεγάλη δυσκολία, φαντάστηκα ότι η ψηλή, λεπτή και ξανθιά θα ενδιέφερε τον φίλο μου. Είχε αυτή την τάση να γοητεύεται από τα πιο ανοιχτά χρώματα. Το είχε δικαιολογήσει, κάποτε, στο ότι από εκεί που έρχεται οι περισσότεροι έχουν πιο σκούρα χαρακτηριστικά.

«Λοιπόν. Αυτή, μικρέ, είναι η Πατρίσια», είπε και σηκώθηκε, πριν προλάβω να αντιδράσω. Τον είδα να περπατάει κορδωμένος · είχε αρκετά φαρδιά πλάτη, πράγμα που τόνιζε με τη σχεδόν κολλητή, μακρυμάνικη, γκρι μπλούζα που φορούσε. Πίστευε δε, ότι το βε μπροστά, σε συνδυασμό με την αλυσίδα του, τον έκαναν να φαίνεται νεότερος. Και το πετύχαινε, κάπως.

Δίπλα στην Πατρίσια, που στεκόταν εκεί σαν μπαλαρίνα, μια πιο κοντή φίλη της με έντονες γωνίες, και σκούρα, σγουρά μαλλιά είδε τον Γκαστόν να τις πλησιάζει και προειδοποίησε τη φίλη της. Εκείνη, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της, χαιρέτησε με περίσσια αυτοπεποίθηση —αν και κάπως ψυχρά— τον Γκαστόν. Πράγμα που στα δικά μου μάτια, βλέποντας τη σκηνή από απόσταση, φάνηκε αρκετά αντιφατικό σε σχέση με το περπάτημα και την αυτοπεποίθηση που ο ίδιος κουβαλούσε. Μάλλον το κατάλαβε και ο ίδιος μετά τον ψυχρό χαιρετισμό της ξανθιάς κι έτσι πήρε μια κάπως αμυντική στάση. Όχι για πολύ, όμως. Με το πλατύ χαμόγελο και το δόντι να γυαλίζει, σήκωσε το χέρι του, με έδειξε και έγνεψε να πάω να τους συναντήσω. Έτσι απλά, πέταξε όποια αμηχανία είχε μείνει πάνω του σε μένα, όσο —με εμφανή απορία— έπαιρνα τα παλτά και τις μπύρες μας για να τα πάω στο τραπέζι. Σαν να μην έφτανε αυτό, με το που έφτασα εκεί, η Πατρίσια συμπλήρωσε ειρωνικά: «Καθίστε μαζί μας! Εννοείται, δεν έχουμε κάτι να πούμε…». Το οποίο ήρθε και αποτελείωσε τόσο την αυτοπεποίθηση, όσο και την ατσουμπαλιά μου.

«Από ‘δω ο Ερμής. Γιορτάζει τις αλλαγές σήμερα», είπε και με χτύπησε στην πλάτη. Η όλη στιχομυθία μού θύμιζε εφηβική κωμωδία, και ο Γκαστόν φαίνεται να χαιρόταν που ήταν πρωταγωνιστής. Πριν καλά-καλά τον προλάβει κανείς, είχε σηκώσει το ποτήρι του ψηλά και με πονηρό τόνο έκανε μια πρόποση:

«Στις αλλαγές! Όλοι αλλάζουμε, άλλωστε», είπε κοιτώντας την Πατρίσια, η οποία δεν έδειχνε να επηρεάζεται από τη χάρη του. Γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια της, πράσινα και αυστηρά, επεξεργάστηκαν λίγο το στήσιμό μου και, με κάποιου είδους προσπάθεια να δείξει ενδιαφέρον, ρώτησε:

«Τι αλλάζεις λοιπόν, Ερμή;»

«Εμμ, να, μόλις είπα να πάω να μείνω μόνος μου»

«Τι, ακόμη με τους γονείς σου μένεις;» ρώτησε η μελαχρινή, της οποίας το όνομα ακόμη αγνοούσα. Κοίταξα με απορία τον Γκαστόν, τόσο, που πρέπει να διάβασε στο βλέμμα μου το ποιες είναι αυτές πάλι και έσπευσε να επέμβει.

«Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από ΄δω η Πατρίσια και η Στέλλα. Είναι φίλες μου από παλιά, οριακά απ’ όταν ακόμη είχα μαλλιά. Έχουμε μεγάλη ιστορία».

«Είχαμε μεγάλη ιστορία» τον διέκοψε η Πατρίσια.

«Ναι, ναι», είπε ο Γκαστόν και συνέχισε, «από την άλλη, ο από ΄δω σαστισμένος φίλος μου, γιορτάζει την αλλαγή από τη συγκατοίκηση στη μοναξιά, και μάλιστα σε σπίτι που σκοπεύει να αγοράσει. Σήμερα, μάλιστα, δώσανε τα χέρια με τον ιδιοκτήτη».

Η απορία μου ήταν μεγαλύτερη από αυτή των κοριτσιών, που δεν φάνηκαν να ενθουσιάζονται και τόσο. Εγώ με το ζόρι θα νοίκιαζα ένα διαμέρισμα και ο άλλος με έκανε σπιτονοικοκύρη. Αποφάσισα, παρ’ όλα αυτά, να χορέψω στον ρυθμό του, μιας και συνήθως, όταν είναι σε κέφια, οι αυτοσχεδιασμοί του έχουν πλάκα.

«Ντάξει, Γκαστόν, δεν χρειάζεται να το διαλαλείς έτσι, σιγά το κατόρθωμα. Ένα σπιτάκι με θέα τη θάλασσα είναι, ίσα να με χωράει.»

«Εσύ και όλη σου η πραμάτεια δεν χωράτε σε ένα απλό σπιτάκι, άσε που δεν έχω ξαναδεί κανένα απλό σπιτάκι με τέτοια βεράντα σαν τη δικιά σου».

«Θέα στη θάλασσα και βεράντα; Καλέ, πού είναι;» μας διέκοψε η Στέλλα, που είχε αρχίσει να τσιμπάει.

«Στο λόφο πίσω από το Χοτέλ Μικέλε», απάντησε ο Γκαστόν. Ήμουν σίγουρος ότι είχε στο νου του κάποιο από τα σπίτια που είχε βάψει πρόσφατα.

«Τι τυχερός που είσαι! Αυτή είναι μια από τις αγαπημένες μου περιοχές. Χαμηλή δόμηση, μικρά μαγαζιά, ακόμη και σήμερα είναι σαν να έχει σταματήσει στον χρόνο», είπε η Πατρίσια.

«Ρομαντική όπως πάντα, μόνο εκεί έβγαινες παλιά! Εκεί ήταν που σε είχα πρωτοδεί, θυμάσαι;», βρήκε την ευκαιρία να πετάξει ο Γκαστόν, και συνέχισε: «Δεν είναι, λοιπόν, αυτός λόγος να γιορτάσουμε; Δεν είναι ώρα για σφηνάκια;» Και, αφού είδε ότι οι κοπέλες δεν έφεραν αντίρρηση, έκανε νεύμα στον μπάρμαν.

«Τέσσερα σφηνάκια λευκή τεκίλα παρακαλώ», ήταν ο ήχος που βγήκε από το στόμα του και η γεύση που γέμισε τα δικά μας λίγα λεπτά αργότερα.

Τσουγκρίσαμε, γλείψαμε, και κατάπιαμε.

Αυτός ήταν ήδη ο τρίτος γύρος και η ώρα ήταν μόλις επτά και μισή. Η αλήθεια είναι ότι, όποτε βγαίνω μ’ αυτόν τον τύπο, είμαι προετοιμασμένος τόσο να με στήσει στο τελευταίο λεπτό, όσο και να πιούμε μέχρι να πούμε μεγάλες κουβέντες τις μικρές ώρες. Η αρχική αμηχανία που ηλέκτριζε το τραπέζι φάνηκε να μαλάκωσε, όπως έρχεται και μαλακώνει η τεκίλα το στόμα σου από το τραχύ αλάτι και το ξινό λάιμ. Βέβαια, ο μόνος ενθουσιασμός που υπήρχε στο τραπέζι ήταν αυτός του φίλου μου, που εξακολουθούσε να υφαίνει προσεκτικά τον μύθο μας. Έτσι, εγώ είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω λίγο περισσότερο την παρέα μας.

Όσο τις κοιτούσα, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι τις ήξερα. Ανήκαν στο κλαμπ του μπεζ-εκρού. Όλοι το έχουμε συναντήσει και ξέρουμε τουλάχιστον έναν ή μία που κινείται αποκλειστικά μεταξύ αποχρώσεων λευκού και καφέ, ενώ την άνοιξη και καλοκαίρι μπορεί να εμφανιστεί και λίγο γαλάζιο για να τονίσει το μαύρισμα και τα χρυσά κοσμήματα. Άνθρωποι που έχουν φαντασιωθεί ότι δουλεύουν σε μια παράξενη μίξη δικηγορικού και διακοσμητικού γραφείου. Και, ναι, το στιλιστικό τους αφήγημα είναι τόσο βαρετό όσο αυτό το υποθετικό γραφείο. Αυτοί θα το πουν «κλασικό και σικ». Εγώ, κλαμπ του μπεζ-εκρού. Ε, κάποιοι άλλοι, μπορεί να το έλεγαν «κλαμπ του νεοπλουτισμού» ή, αν ήταν έξτρα πικρόχολοι, ίσως να προσέθεταν κάπου τη λέξη «δήθεν».

Άρχισαν όλα, λοιπόν, να μπαίνουν σε μια σειρά. Ο λόγος που ο φίλος μου προσπαθούσε τόσο να τις πείσει ότι είμαι ένας επιτυχημένος καλός του φίλος με σπίτι στο Χοτέλ Μικέλε. Ότι είμαι, δηλαδή, κομμάτι του χώρου τους, αν και με μια ματιά στον δικό μας ρουχισμό θα καταλάβαινε κανείς πως μπορεί να είμαστε του χώρου τους, μα σίγουρα όχι του χορού τους. Σίγουρα εγώ και ο καγκουρόνε φίλος μου δεν ανήκαμε στο ίδιο κλαμπ, μα ανήκαμε οπωσδήποτε σε κάποιο. Ο Γκαστόν δεν ήταν χαζός, και για να δικαιολογήσει τη δικιά μου ατημελησία, ξεδίπλωνε αυτή την περσόνα μου, στην οποία είμαι κάποιου είδους υπολογιστάκιας, όπως με χαρακτήρισε, και είχα κάνει —λέει— την περιουσία μου με ιντερνετικά νομίσματα και τρέιντινγκ, όπως κάνουν αυτές τις μέρες. Συχνά ξεχνάω την ηλικιακή μας διαφορά και εκπλήσσομαι όταν χρησιμοποιεί τόσο μπούμερ εκφράσεις. Μα από την άλλη, αυτή τη φορά δεν τα είχε πάει τόσο άσχημα, κι επίσης, από ό,τι φάνηκε, ήμουν ο μόνος στο τραπέζι που τις βρήκε μπούμερ. Το κλαμπ του μπεζ-εκρού το δέχτηκε, τόσο εύκολα, όσο κάποιος που βρίσκεται σε μια κουβέντα που δεν γνωρίζει τίποτα και, ταυτόχρονα, δεν θέλει να το δείξει. Ευτυχώς ο Γκαστόν τους έδωσε αυτή την πολυτέλεια και, αφού εδραίωσε ότι —οικονομικά τουλάχιστον— μπορούμε να θεωρηθούμε ίσοι, μετέφερε την κουβέντα στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

Η Στέλλα δεν ήταν ούτε δικηγόρος ούτε διακοσμήτρια. Ούτε προσδιόριζε το επάγγελμά της με σαφήνεια. Παρ’ όλα αυτά ήταν αρκετά σαφής για τα σπιρίτσουαλ χόμπι της. Γιόγκα, πιλάτες, ριφόρμερ, ταξίδια, τέχνη —πολλή τέχνη— μαγειρική και, εκεί που δεν το περιμένει κανείς, πετάει και τον βουδισμό για κλείσιμο. Η Πατρίσια, δεν έμαθα ποτέ· ήξερε άλλωστε ο Γκαστόν και η Στέλλα, οπότε δεν χρειαζόταν τα τρία τέταρτα του τραπεζιού να ξαναγνωρίσουν την Πατρίσια. Είπα, λοιπόν, να την προσδιορίσω μόνος μου.

Η Πατρίσια, λοιπόν, για εμένα, ήταν μια αεροσυνοδός της Ιμπέρια. Είχε πετάξει σε κάθε χώρα που μιλούν ισπανικά και, σε ένα από αυτά τα ταξίδια, είχε γνωρίσει τον σίφουνα τον Γκαστόν, που στα νιάτα του πρέπει να βαρούσε πιο δυνατά από ό,τι η κρατική μπάντα χάλκινων πνευστών της χώρας όπου τον συνάντησε. Είχε ερωτευτεί την ατιθασιά του και το πόσο άτσαλα έλεγκαντ ήταν. Άτσαλα, αλήτικα, μα η λέξη από άλφα που κυριαρχούσε μέσα της τότε ήταν «αληθινά». Η Πατρίσια ήξερε όταν ήταν νέα, κι ας μην το παραδεχόταν όσο φορούσε κοχύλια στον λαιμό της, ότι θα έμπαινε στο κλαμπ του μπεζ-εκρού. Και τότε, ο Γκαστόν ήταν για αυτή ό,τι για εμένα το Ρούμι Κόλα. Μια γουλιά επανάσταση πριν το Τζιν Τόνικ.

Ενώ για τον Γκαστόν, τι να ήταν η Πατρίσια; Σίγουρα είχε υπάρξει πολλά, μα κυρίως ήταν η ελπίδα. Η ελπίδα στον κόσμο, το δίκαιο, την ισότητα, τον έρωτα, διάολε, στη ζωή. Κι όσο εύκολα και αν προχωράει κάποιος από το ρούμι στο τζιν, τόσο δύσκολα αφήνει την ελπίδα για ζωή. Μα έχω και εγώ την Πατρίσιά μου, όλοι την έχουμε. Οπότε δεν μου φαίνεται διόλου περίεργο που ο Γκαστόν προσπαθεί ξανά να τη γοητεύσει. Είμαι, δε, σχεδόν βέβαιος πως και για τον ίδιο η Πατρίσια είναι περισσότερο κάτι που τον φέρνει πιο κοντά στα νεανικά του χρόνια, παρά το ιδανικό.

Τσουγκρίσαμε, γλείψαμε, και κατάπιαμε.

Ο Γκαστόν συνέχιζε με θεατρική μαεστρία την προσπάθεια να κρατήσει, ή καλύτερα να αναγεννήσει, το ανύπαρκτο ενδιαφέρον του κοινού του. Εγώ προσπάθησα να θυμηθώ τη δική μου Πατρίσια, μα δίχως επιτυχία. Δεν είχα ιδέα ποια ήταν. Στην αρχή της συλλογιστικής μου πορείας πίστευα ότι θα ήταν ξεκάθαρο. Μια από τους λίγους μακροχρόνιους ερωτικούς σταθμούς μου. Ή ένας φίλος, θείος, μπάρμπας, όπως θες πες τον, που μου τροφοδοτούσε τα ιδανικά. Η εναλλαγή προσώπων και ιδανικών, στην προσπάθεια να βρω τη δικιά μου, με οδήγησε στο συμπέρασμα πως δεν ήταν μάλλον μία η Πατρίσια.

Τσουγκρίσαμε, γλείψαμε, και κατάπιαμε.

Νομίζω ότι έχασα την Πατρίσια μου ανάμεσα στις γραμμές της θεωρίας και των ιδανικών μου. Μπερδεύτηκα από τη γοητεία της στιγμής και τη μπερδεμένη ηδονή του αβέβαιου. Μια επανάσταση από μόνη της. Και, ηδονικά, ρούφηξα κάθε στιγμή και κάθε λεπτομέρεια. Ξανά και ξανά, μέχρι που δεν μου έκανε καμία διαφορά. Όπως, δηλαδή, ακριβώς η Πατρίσια έπνιξε τον Γκαστόν μεταξύ λευκού και καφέ. Αλλά εγώ έπνιξα την επανάστασή μου σε ένα Τζιν Τόνικ. Το Τζιν Τόνικ, τελικά, ήταν η δική μου επανάσταση.

Τσουγκρίσαμε, γλείψαμε, κατάπιαμε —και έφυγα, πριν πνίξω την εικόνα του Γκαστόν σ’ ένα σφηνάκι τεκίλας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Απόσπασμα από εν εξελίξει μυθιστόρημα.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη