Τη γιαγιά την όμορφη τη γνώρισα πριν τέσσερα χρόνια στο κατάστημα κινητής τηλεφωνίας όπου δούλευα τότε. Ήταν μαζί με την επιστήθια φίλη της. «Αυτή είναι η έξυπνη, εγώ είμαι η όμορφη», μου συστήθηκε. «Αυτή τέλειωσε το βουργάρικο Πανεπιστήμιο στα Σέρρας –ψέματα, το δημοτικό έβγαλε, αλλά εγώ ούτε κι αυτό. Έξυπνη αυτή, όμορφη εγώ. Για να υπάρχει ισορροπία, κατάλαβες; Μισόν αιώνα και παραπάνω είμαστε φίλες. Ακόμη κι όταν μετακόμισε με τον άντρα της στη Σαλονίκη, δεν χαθήκαμε. Λόγο κακό ποτέ δεν ανταλλάξαμε». Την άκουγα να μιλάει κι έβλεπα με πόση αγάπη κοιτούσε η μια την άλλη. Πάνω από ογδόντα τις έκοβα. «Φέτος έκλεισα τα ενενήντα», μου χαμογέλασε κλείνοντας το μάτι, σα να είχε διαβάσει τη σκέψη μου, «κι η κοκόνα από δω τα ογδόντα εφτά. Είναι η μικρή της παρέας», γέλασαν με την ψυχή τους κι οι δύο. Από εκείνη τη μέρα ανέλαβα αποκλειστικά την εξυπηρέτησή της σε ό,τι αφορούσε τους λογαριασμούς της (η γιαγιά η έξυπνη είχε επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, επισκέπτρια ήταν μόνο στη φίλη της, για σύντομο διάστημα). Όχι από αλτρουιστικά κίνητρα, ή τουλάχιστον όχι απολύτως. Είχα κι εγώ να κερδίσω πολλά από τη συναναστροφή μαζί της. Εννοώ, ήθελα να ικανοποιήσω την «ερασιτεχνική» περιέργειά μου για την ιστορία και τις συνθήκες ζωής της –το μικρόβιο της γραφής με είχε ήδη προσβάλει και μόλυνε για τα καλά το βλέμμα μου∙ παντού έβλεπα δυνάμει ήρωες και πλοκές που ζητούσαν να γεννηθούν. Κι αυτή ήταν μια πολλά υποσχόμενη μυθοπλαστική ηρωίδα.
Κατέγραφα τότε συστηματικά τις πληροφορίες που μου έδινε για το παρόν και το παρελθόν της, το δικό της και της οικογένειάς της, σκόρπια περιστατικά, στην αρχή, πιο οργανωμένες αφηγήσεις μετά. Σιγά σιγά γίναμε φίλοι, όσο επέτρεπε, τουλάχιστον, να γεννηθεί μια φιλική σχέση μεταξύ μας η διαφορά ηλικίας και νοοτροπίας. Οι απορίες για τον λογαριασμό ή η έρευνα για φθηνότερο πρόγραμμα ήταν πια η αφορμή μόνο για να έρχεται με τα πόδια από το σπίτι της, έμενε στην άκρη της πόλης, κοντά στο Νοσοκομείο, μέχρι την πλατεία. «Μια καλημέρα μόνο και φεύγω, έχεις δουλειά», μου έλεγε συνήθως, κι άφηνε και κανένα κομμάτι τυρόπιτα ή σουσαμένιο κουλούρι που μου έφερνε γιατί χρειαζόμουν κάτι να στυλωθώ, όλη μέρα όρθιος, κι αυτά τα σκαμπό που σας έχουν πιο πολύ ζημιά στη μέση σάς κάνουν παρά σας ξεκουράζουν. Κι εγώ όμως ξεκίνησα να την επισκέπτομαι στο σπίτι της κάποια απογεύματα που δεν δούλευα. Οι κουβέντες μας δεν χώραγαν πια στον στενό χρόνο του μαγαζιού –πάντα κάτι έμενε μισό, κι εγώ ήθελα να το ακούσω ως το τέλος. Κι ήταν σαν να με τραβούσε και το βάδισμά της, εκείνο το αργό, πεισματάρικο βήμα από την άκρη της πόλης ως την πλατεία. Τώρα αντίστροφα, από το κέντρο στην κατοικία της.
Ήταν ένα δίπατο προσφυγόσπιτο. Κάτω, στο ημιυπόγειο, η κουζίνα, η τουαλέτα και το μικρό καθιστικό όπου με υποδεχόταν. Επάνω οι κρεβατοκάμαρες. Στην αρχή κρατούσα σημειώσεις με το που επέστρεφα. Μετά, έβαζα με τρόπο, χωρίς να το αντιληφθεί, μια εφαρμογή στο κινητό και ηχογραφούσα τις ιστορίες της. Πού και πού καλούσαμε στο τηλέφωνο και τη φίλη της από τη Θεσσαλονίκη, Ελένη την έλεγαν, με ανοιχτή ακρόαση για να ακούω κι αυτήν. Και συνήθως οι συνομιλίες τους πυροδοτούσαν τη μνήμη της γιαγιάς της όμορφης, αφού καληνυχτιόντουσαν με τρόπο που έκανε τις ιστορίες να ξεφυτρώνουν η μία μέσα από την άλλη. Για να μην τις χάσω, άρχισα στη συνέχεια να τις απομαγνητοφωνώ και να τις κατατάσσω σε υποτυπώδεις κατηγορίες, χρονικές, «Πριν την Καταστροφή», «Προσφυγιά», «Κατοχή», «Εμφύλιος», αλλά και με βάση θέματα ή χαρακτήρες, όπως «Η πατρική οικογένεια», «Ο γάμος», «Η αρρώστια», «Η καλύτερή μου φίλη». Μια από τις πρώτες ιστορίες που κατέγραψα αφορούσε ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής, με ήρωα τον πατέρα της. Διαβάζω στις σημειώσεις μου:
Στο χωριό μας εμείς μέσα είχαμε χωροφυλακή, είχαμε αστυνομία. Και δημαρχία. Ήρθαν στην κατοχή Βούργαροι χωροφύλακες. Με τις στολές, με όλα. Μια μέρα βλέπει ο πατέρας μου να έρχονται δύο χωροφύλακες προς τα μας. Φωνάζει στη μάνα μου, κατέβασε δυο καρέκλες από πάνω, πάνω είχαμε τα δωμάτια που κοιμόμασταν, και πες τα παιδιά να λουφάξουν στα κρεβάτια τους. Κατεβάζει εκείνη τις καρέκλες, δύο είχαμε όλες κι όλες, η μια ήταν και κουτσή, τέλος πάντων, βλέπει ο μπαμπάς μου από μακριά ότι μαζί τους ήταν κι ένας χωριανός που τους οδηγούσε, τους έδειξε το σπίτι μας κι έφυγε ο χωριανός, δεν φανερώθηκε, ούτε κι ο μπαμπάς μου φανέρωσε ότι τον είδε. Χτυπάνε την πόρτα, τους ανοίγει ο μπαμπάς μου, χαμογελαστός, δεν ήξερε τι ήθελαν, πού θα πάει το πράγμα, καλώς τα παλικάρια, τους λέει ο μπαμπάς, ήξερε βουργάρικα από τότε που ζούσαν στο Σκεπαστό, πέρασε χρόνια στη Βουργαρία για να αποφύγει να πάει στον τούρκικο στρατό, τα έμαθε καλά. Πώς κι από το σπίτι μας, τους ρωτάει, τι θέλετε να βοηθήσω; Ακούσαμε, του λένε αυτοί, ότι έχεις λεφτά και θέλουμε να μας τα δώσεις. Ναι, έχω, τους λέει αυτός, θα σας τα δώσω, καθίστε και θα πω τη γυναίκα μου να τα φέρει. Σουρμάλιξε κι αυτός ένα κούτσουρο κι έκατσε δίπλα τους. Μπράβο, λέει, μπάρμπα, τον είπαν, κύριο, δεν ξέρω βουργάρκα πώς τον είπαν. Κατεβάζει η μάνα μου ένα μαξιλάρι, μέσα γεμάτο τέτοια λεφτά [μου έδειχνε εκείνη την ώρα κάτι προπολεμικά χαρτονομίσματα που είχε φυλάξει, και που είχαν χάσει την αξία τους το σαράντα]. Πάρτε, λέει, όσα θέλετε. Τα βλέπουν οι χωροφύλακες, όχι τέτοια λεφτά. Τι λεφτά θέλετε, ο μπαμπάς μου λέει. Σε χρυσό, του λένε αυτοί. Δεν έχω, λέει. Άμα είχα, θα σας τα ’δωνα. Δεν έχω. Άμα ήταν, κι αυτά δε θα τα φανέρωνα. Καθίστε, όμως, λέει. Πειδής δεν έχω λεφτά να σας δώσω, θα φύγετε; Καθίστε να πιούμε έναν καφέ, από ρεβύθι τον έκαναν τότε, άλλον καφέ δεν είχαμε. Καθίστε να κουνουστίσουμε. Να πούμε για τη Βουργαρία, εγώ έκανα στη Βουργαρία. Πού έκανες; Χουσμεκιάρης ήτανε ο μπαμπάς μου. Τουρκία – Βουργαρία, Βουργαρία – Τουρκία, πηγαινοερχόταν. Και στρατιώτης, λέει, έκανα στη Βουργαρία. Ψέματα έλεγε, αλλά είπε μια περιοχή, ένα όνομα, τον πίστεψαν αυτοί. Έγιναν και φίλοι. Ιδίως με τον έναν. Του έδωσε και όπλο αυτός, να κυνηγήσει στο βουνό. Ήταν καλός κυνηγός ο μπαμπάς μου. Και πήγε και κυνήγησε και σκότωσε ένα άγριο γουρούνι. Και λέει, θα το φέρεις στην αστυνομία. Λέει ο μπαμπάς μου, ούτε μια μαγεριά να μην κρατήσω; Μπε, εδώ, του λέει ο χωροφύλακας, όλοι αυτοί που ήρθαν από Βουργαρία όλοι νηστικοί είναι. Κι όλοι, λέει, πολεμάν να φαν. Να μην καταλάβουν ότι μαγειρεύεις κρέας. Να φυλάγεσαι, να μη σε βρει κανένα κακό. Θα βρεις το μπελιά σου. Να μ’ ακούς αυτά που σε λέω. Πάρε τότε, λέει ο μπαμπάς μου, και το γουρούνι και το όπλο σου, μη βρεις κι εσύ κανένα μπελιά απ’ τους άλλους τους χωροφύλακες. Μέχρι τα τελευταία, φίλοι ήταν με τον μπαμπά μου. Είχε και παιδιά καλά. [«Άνθρωποι ήταν κι αυτοί», σχολιάζω εγώ.] Άνθρωπο να ψάχνεις. Βλέπω σήμερα «κύριοι». Αυτοί μας χαντάκωσαν. Τι θα πει Έλληνας, τι θα πει γύφτος; Άνθρωπος να είναι. Εδώ για μια δραχμή σε σκοτώνουν. Κοίτα, σίδερα έβαλα εγώ στα παράθυρα. Μοναχιά ήμαν, είχε πεθάνει ο άντρας μου. Έλειπα μια μέρα, μπήκαν, μ’ έκλεψαν. Τι είχα να πάρουν; Ό,τι είχα, το πήραν. Έβαλα σίδερα μετά. Ξαναήρθαν, βράδυ, ακούω θόρυβο, κατεβαίνω. Στέκομαι εδώ, ανάβω τα φώτα, έφυγαν. Εφόσον είχα σίδερα, μέσα δεν μπόρεσαν να μπουν. Με είπε τότε η αστυνομία, που ήρθε την άλλη μέρα, από πού το πήρες αυτό το δείγμα, πώς με το είπε, δεν θυμάμαι. Γιατί είχα βάλει το σίδερο από μέσα από την πόρτα, όπως είχαν παλιά. Γιατί δεν το ’βαλες απ’ έξω; Αμ, απ’ έξω θα το ’βγαζαν, ενώ από μέσα … Λέω, άμα είσαι μοναχιά σου, πολλά βγάζει το μυαλό σου. Άμα φοβηθείς … Αυτά. Ε, πες μου και δικά σου τίποτα, όλο εγώ μιλάω.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Nikolay Razuev. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







