frear

Κουκκουφκιάος – του Αλέξανδρου Βαναργιώτη

Μετά την κρίση και τον κορωνοϊό ήρθε κι ο Ντάνιελ. Μας έπνιξαν τα νερά. Η πόλη έμοιαζε με τραυματισμένο πουλί που προσπαθούσε να βρει το πέταγμά του. Συνήλθε όμως, και τον τελευταίο χρόνο σχεδόν τρέχει. Γέμισε εργοτάξια. Παντού ξεπετάγονται νεόδμητες πολυκατοικίες. Δυστυχώς οι περισσότερες άχαρες, κουτιά χωρίς αισθητική. Στην ανάπτυξη θύματα οι τελευταίες μονοκατοικίες του κέντρου. «Πάει κι αυτό το σπιτάκι», λέει με παράπονο η Ελπίδα. «Έκοψαν και τα δέντρα. Πήξαμε στις πολυκατοικίες».

Τέλος Αυγούστου τα απογεύματα στη γειτονιά μας άρχισε να ακούγεται μια έντονη κραυγή πουλιού. Την αναγνώρισα αμέσως. «Κουκουβάγια», είπα. Θυμήθηκα που μικροί, ενώνοντας τις χούφτες, ακουμπούσαμε τα χείλη στους αντίχειρες και φυσούσαμε δυνατά. Ανεβοκατεβάζοντας το δεξί χέρι, σαν τίναγμα φτερού πουλιού, ο ήχος έμοιαζε πολύ με τον συρτό και σφυριχτό ήχο της κουκουβάγιας τα απογεύματα.

Μας άρεσε με την Ελπίδα να παρακολουθούμε τα πουλιά από το μπαλκόνι. Είχαμε κι ένα ζευγάρι κιάλια. Υπήρχαν πολλές κουρούνες κι αγριοπερίστερα που μας ανάγκαζαν να καθαρίζουμε τα αυτοκίνητα συχνά από τα βραδινά τους συνήθως «δώρα». Είναι πάνω από δέκα χρόνια που στις γύρω στέγες και ταράτσες φτιάχνουν τις φωλιές τους και κιρκινέζια. Κοιτάμε έκπληκτοι μέσα στο ψυχρό τοπίο των πολυκατοικιών, την άνοιξη, τα χνουδωτά κεφαλάκια να ξεπροβάλλουν και να φωνάζουν τη μητέρα τους. Τις μέρες μάλιστα που δοκιμάζουν το πρώτο τους πέταγμα είμαστε σε επιφυλακή μήπως κάποιο ξεθαρρέψει πρόωρα και δεν έχει δυνάμεις. Τότε το παίρνουμε από το έδαφος πριν γίνει τροφή στις γάτες, το βάζουμε σε κουτί και καλούμε τη φιλοζωική. Κουκουβάγιες όμως δεν θυμάμαι να έχουν έρθει.

Το έντονο κι επίμονο απογευματινό τραγούδι της κουκουβάγιας, που επαναλαμβανόταν σχεδόν την ίδια ώρα, αρχικά με ενοχλούσε. Είχα επηρεαστεί από κάποιες προλήψεις και συγκυρίες. Στα χωριά μας –τότε τις λέγαμε κουκκουφκιάους– οι παλιοί υποστήριζαν ότι, αν θρηνεί επίμονα μια κουκουβάγια, κάποιος θα πεθάνει. Δεν είμαι δεισιδαίμων, αλλά τέτοιες γενικευμένες απόψεις κάτι αφήνουν μέσα σου. Άλλωστε ταξιδεύουν από τα βάθη των αιώνων. Είχα διαβάσει στον Βιργίλιο, στο Πανεπιστήμιο, ότι ο θάνατος της Διδούς προαναγγέλθηκε από μια κουκουβάγια. Τον ρόλο του έπαιξε κι ένα συμβάν –τυχαίο προφανώς– όταν υπηρετούσα στον Αι-Γιώργη Βοιωτίας. Ένα βράδυ δεν με άφηνε να κοιμηθώ η κραυγή μιας κουκουβάγιας. Το πρωί στο σχολείο πληροφορήθηκα την αδόκητη «αναχώρηση» του Δημάρχου του χωριού, που έμενε τρία σπίτια πιο κάτω.

Στη γειτονιά πάντως δεν πέθανε κανείς εκείνες τις μέρες. Συνήθισα σιγά σιγά και το μονότονο «τραγούδι» του κουκκουφκιάου. Κάποιο απόγευμα, κάνοντας έναν περίπατο ακολούθησα την κραυγή. Βρήκα ένα στενό πέρασμα που δεν το είχα ξαναπάρει, ανάμεσα σε δύο οικοδομές. Πίσω τους με περίμενε μια έκπληξη, ένα παλιό αρχοντικό. Τρία από τα τέσσερα ακροκέραμα της κεραμοσκεπής παρέμεναν ακόμη. Στην είσοδο του σπιτιού οδηγούσε διπλή σκάλα δεξιά και αριστερά του κτηρίου. Ήταν ένα κόσμημα στην καρδιά του μπετόν. Το περιέβαλλε ένας κήπος, γεμάτος όμως βάτα κι αγκάθια από την εγκατάλειψη. Και το σπίτι έδειχνε χρόνια ακατοίκητο. Διατηρούσε ωστόσο μια αίγλη μοναδική. Τα μόνα ίχνη ζωής εκτός από μια γάτα, ξαπλωμένη σε ένα από τα σκαλοπάτια, ήταν τα σπουργίτια στα δέντρα και η κραυγή της κουκουβάγιας. Η ίδια δε φαινόταν.

Από εκείνο ωστόσο το απόγευμα ένιωθα εντελώς διαφορετικά. Η όμορφη εκείνη μονοκατοικία, ένας μικρός Δαβίδ ανάμεσα στους Γολιάθ των πολυκατοικιών, με συγκίνησε. Είδα και την κουκουβάγια με άλλο μάτι. Πίνοντας τον απογευματινό καφέ μου πια περίμενα να ακούσω την κραυγή της. Έφτανε στα αυτιά μου στο τέλειωμα της μέρας παρηγορητικά. Μια θριαμβευτική κραυγή που φώναζε: «Αντέχω ακόμα, αντέχω ακόμα». Κι αυτό με γέμιζε χαρά.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Ilya Zomb. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη