Παναγιώτης Νικολαΐδης, Γράμματα στην Αγαπημένη, Σμίλη, Αθήνα 2025.
Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης με τα Γράμματα στην Αγαπημένη έγινε πατέρας-ποιητής για ένατη φορά φέτος, φέρνοντας στο αναγνωστικό φως μια ακόμη ποιητική συλλογή, η οποία, πέρα από το εξαιρετικά πλούσιο θεματολογικά περιεχόμενο, συνοδεύεται και από ένα ιδιαίτερο ειδολογικό πρόσημο. Εμπλουτίζοντας το είδος της «έμμετρης» ή «στιχηράς επιστολογραφίας», ένα ενδιαφέρον ερευνητικό πεδίο το οποίο γνώρισε αξιόλογη ανάπτυξη στη ρωσική ποίηση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Αργυρού αιώνα, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γράφει 24 στον αριθμό επιστολικά ποιήματα, με τα πλείστα να έχουν αποδέκτρια την ανώνυμη Αγαπημένη. Ο ειδοδηλωτικός τίτλος της ποιητικής συλλογής προϊδεάζει τον αναγνώστη για την είσοδο σε ένα είδος επιστολικού απόρρητου και άρα σε μια αναγνωστική πράξη εγγενώς επαναστατική, αφού πρόκειται να ταράξει «τα ανέκαθεν θολά και συγκεχυμένα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου».
Άφευκτα, η Αγαπημένη του Νικολαΐδη παραπέμπει σε ένα ποιητικό παράλληλό της, στη Μητέρα του Μόντη. Ο Βουτουρής θεωρεί πως τα γράμματα στη μητέρα αποτελούν το μείζον επίτευγμα στη σύγχρονη νεοελληνική επιστολική ποίηση (σ.180). Το τρίτο μέρος της πρόσφατης μονογραφίας του με τίτλο Κάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης: εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη είναι επικεντρωμένο στα τρία «Γράμματα στη μητέρα» προσεγγίζοντας το ειδολογικό τους στίγμα και επισημαίνοντας τη μεγάλη ποιητική παράδοση τού κατά τον Μουλλά «λόγου της απουσίας», την οποία είχε πίσω του ο Μόντης προτού συνθέσει το πρώτο «Γράμμα στη μητέρα» το 1965. Θα εμπλούτιζε ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη κατηγορία ποιημάτων μια ενδεχόμενη συστηματική μελέτη ανάμεσα στα Γράμματα του Μόντη και την τελευταία ποιητική συλλογή του Νικολαΐδη καθώς, έχω την υποψία, υπάρχουν αξιόλογα κοιτάσματα διακειμενικότητας. Έτσι, οι δύο γυναικείες μορφές (αγαπημένη/μητέρα) λειτουργούν ως εκείνα τα βουβά και ακαθόριστα πρόσωπα, τα οποία γνωρίζει, σε κάθε περίπτωση, μόνο ο αποστολέας, δηλαδή το ποιητικό υποκείμενο. Τόσο τα «Γράμματα στη Μητέρα» του Μόντη όσο και τα Γράμματα στην Αγαπημένη του Νικολαΐδη (δύο τίτλοι με πανομοιότυπη συντακτική δομή: μια α-ρηματική, ελλειπτική πρόταση με ένα άμεσο («Γράμματα») και ένα έμμεσο («στην αγαπημένη») αντικείμενο), περιχαρακώνουν έναν απόλυτα ιδιωτικό χώρο, έναν χώρο για δύο, έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώθει πως πρέπει, διαβάζοντάς τα, να κρατήσει την ανάσα του για να μη γίνει αντιληπτός, για να μη διακόψει τη ροή του διεξαγόμενου εξομολογητικού μονολόγου, να νιώθει αφενός προνομιούχος γιατί μπορεί να αφουγκράζεται έναν λόγο ατόφιο, αφετέρου ένοχος γιατί ο ίδιος αντιλαμβάνεται πως δεν έχει την αγαπητική σχέση που έχει το ποιητικό υποκείμενο με τη Μητέρα/Αγαπημένη αντίστοιχα.
Ο κάθε τίτλος των ποιημάτων της συλλογής του Νικολαΐδη αντιστοιχεί σε ένα από τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου σε μικρογράμματη γραφή, μια επιλογή του ποιητή που προσδίδει στην έννοια «γράμματα» του τίτλου μια ενδιαφέρουσα πολυσημία και φανερώνουν εν ταυτώ την πρόθεση του ποιητή να δεσμευτεί σε μια απευθείας συνομιλία με τις ραψωδίες της ομηρικής Οδύσσειας, χωρίς να λείπουν βέβαια και οι επιβεβαιωτικές ενδοκειμενικές αναφορές (Πιο πέρα/ο Όμηρος/στολισμένος με δάκρυα/χτυπά ρυθμικά το ραβδί του, «β»). Παρόλο που ο τίτλος της συλλογής αγκαλιάζει όλα τα ποιήματα, τα καθαυτό επιστολικά ποιήματα βάσει των θεματικών σταθερών και των ειδοποιών ταυτοποιήσιμων δεικτών ανέρχονται σε 17. Στα ποιήματα αυτά τηρείται η τυπική μορφή της επιστολής αφού διακρίνεται ο χαιρετισμός/προσφώνηση στην αρχή του ποιήματος (Αγαπημένη), ενώ στο υπόλοιπο σώμα του ποιήματος είτε γίνονται δηλώσεις ποιητικής (Γράφω/ γιατί δεν είμαι ορατός/ χωρίς τις λέξεις/στο λευκό χαρτί/ γιατί πενθώ το μέλλον/μες στις φτηνές/ συνωνυμίες της ζωής γιατί δεν είμαι ευτυχής/ μέσα στην αναμμένη κόλαση/ των ζωντανών/ που ζωγραφίζουν ήλιους/ καταπίνοντας μπουκιές/σκοτάδι, «ε»), είτε δηλώνεται η συνθήκη που βιώνει ο αποστολέας-ποιητικό υποκείμενο ή/και ο λόγος σύνταξης της επιστολής-ποιήματος (Αγαπημένη/θα σου μιλήσω πάλι/μ’ ένα όνειρο./ Ξύπνησα μ’ ένα δρεπάνι/στη Μεσαορία/τζαι θέριζα σιτάριν/ μες στον λάλλαρον, «ξ») μα και κάποιο αίτημα του ποιητικού υποκειμένου (Απόψε δεν υπάρχει λήθη./ Να θυμάσαι το άχρονο, «α»). Σε δύο ποιήματα («ν», «ρ») υπάρχει η προσφώνηση «αγαπημένη» εντός του ποιήματος, σε τέσσερα («δ», «ζ», «σ», «τ») απουσιάζει εντελώς η όποια αναφορά σε αυτήν, κάτι που οδηγεί και σε αλλαγή του τόνου, του ύφους του ποιήματος και, τέλος, σε ένα μοναδικό («χ») η αποδέκτρια προσφωνείται ως «αγάπη μου».
Η ύπαρξη ισχυρών, κοινών μοτίβων ανάμεσα στα ποιήματα προσδίδει στη συλλογή μια ενότητα συν-γενική. Ενώ το κάθε ποίημα λειτουργεί ως μια διακριτή, ξέχωρη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου να ομολογήσει, να ενημερώσει, να εμπλέξει την αγαπημένη σε ζητήματα που υπερχειλίζουν από την εσωτερική κοιτίδα συναισθημάτων, όλη η συλλογή γίνεται χείμαρρος με ένταση που προκύπτει μέσα από το αίμα των παιδιών, μέσα από το σκοτάδι και ό,τι αυτό γεννά (μαυρισμένο, νύχτα, άβυσσο, απόψε, σκοτεινός), μέσα από την πατρίδα και τις τραυματικές σύγχρονες στιγμές της οι οποίες λειτουργούν οξειδωτικά (ο διχοτομημένος ήλιος/ της πατρίδας μας είναι καυτός, «ζ»), μέσα από το άδικο, τον παραδαρμένο ποιητή, τη διαπραγμάτευση του χώρου και του χρόνου, μέσα από το αδιέξοδο. Η λέξη «αίμα» κυριαρχεί στα τρία πρώτα ποιήματα. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για το αίμα των μικρών παιδιών (γιατί το αίμα των παιδιών/ που τρέχει, «α», αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές/ βαρύς από το μαυρισμένο αίμα/ των παιδιών, «β», το πρώτο αίμα δεν εξημερώνεται/κι ένα κατάξανθο κορίτσι/ […] με προσθετικό κεφάλι, «γ») για να καταλήξει πως όταν σκοτώνεται ένα παιδί/ πεθαίνει κι η αιωνιότητα («δ»). Προφανώς, το αίμα των παιδιών έχει μια δική του βαρύτητα, είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία αίματος που απασχολεί έντονα το ποιητικό υποκείμενο. Η επαναληπτικότητα μοιάζει προσχεδιασμένη, ως να θέλει το ποιητικό υποκείμενο να εδραιώσει μια αιμάτινη ροϊκότητα, να περιχαρακωθεί εντός ενός τέλους, καθιστώντας αδιαμφισβήτητο τον πόνο του απέναντι στα πολυβολεία, στους εκατομμύρια νεκρούς, στη στάχτη, στο συρματόπλεγμα, στην παγωμένη σφαίρα.
Η συλλογή, θεματολογικά, διακρίνεται, σε τρία μέρη. Ο πομπός των επιστολικών ποιημάτων είναι ένας οξυδερκής παρατηρητής της μαύρης ρεματιάς που λέγεται ζωή («δ»). Στα πέντε πρώτα ποιήματα υιοθετείται μια διαπλατυσμένη οπτική γωνία, θα λέγαμε οικουμενική, μέσα από την οποία το ποιητικό υποκείμενο κινείται τόσο μέσα στον χώρο όσο και μέσα στον χρόνο, διαγράφοντας την οδυνηρή εμπειρία που του προκαλεί ο μεγάλος νεροχύτης της ζωής («β»), τα μεγάλα σωματίδια της καταστροφής («β»), τα γρανιτένια βράχια μιας τελειωμένης εποχής («α») και το άγνωστο υπόλοιπο του τρόμου («γ»). Τα θέματα που αναδιπλώνει αφορούν σε μια γενικότερη και γενικευμένη παρακμή, μια σήψη αλγεινή, μια αποσύνθεση που μοιάζει αναπόφευκτη. Το ποίημα είναι μολυσμένο, οι τοίχοι της σελίδας είναι γκρεμισμένοι, το αίμα είναι μαυρισμένο, ενώ και ο πληθυσμός των ποιημάτων εγγράφεται στην ίδια συνθήκη: απαρτίζεται από καρκινοπαθείς που καταπίνουν την ελπίδα δηλητήριο, μοναξιασμένους ηλικιωμένους, παιδιά στα χειρουργεία, ζωντανούς που τρυπιούνται από αρχαίες βίδες, ματωμένα σώματα, νεαρά παιδιά που έχουν χάσει το χέρι τους στον πόλεμο και πεθαμένες μητέρες που τους κρατάνε το άλλο χέρι στην άβυσσο, κουτσά σκυλιά και μαύρες γάτες που πατήθηκαν στην άσφαλτο. Ο αναγνώστης περιδινίζεται σε έναν καταιγισμό σκότους και πνιγηρής απελπισίας, προσπαθώντας να αραιώσει την πυκνότητα της τραγικότητας καθώς αυτή γίνεται δυσβάσταχτη. Το ποιητικό υποκείμενο δεν του αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο αισιοδοξίας, φωτός, ανακούφισης, δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα.
Μετά από τα πέντε πρώτα αυτά ποιήματα-επιστολές, που λειτουργούν εν είδει προθαλάμου, ο πομπός επικεντρώνει το βλέμμα του στην Κύπρο, στην πατρίδα του και ο πόνος γίνεται εστιακός, πιο προσωπικός. Από το ποίημα «ζ» μέχρι και το ποίημα «τ», υπάρχει σε κάθε ένα ποίημα η παρουσία του νησιού: ο διχοτομημένος ήλιος της πατρίδας, η Αμμόχωστος, η Μόρφου και το Λεονάρισσο, η Ελένη και η Χαρίτα, ο Ιούλης με τον πυρωμένο του ήλιο, οι μαυροφορεμένες μανάδες στα οδοφράγματα. Η παρουσία της πατρίδας καταφάσκεται και από την καθαυτή πρώτη ύλη των ποιημάτων, από τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου (ποταμοσιάν, λάλλαρον, αγκάθκια). Στο δέκατο τρίτο στη σειρά ποίημα («ν»), εκεί που τελειώνει η αριθμητική τομή, η λέξη «αγαπημένη» συναντάται στο τέλος, αφού έχει προηγηθεί μια αποκαλυπτική απεύθυνση (β΄ενικού): κι ίσως/ το μοιρασμένο σώμα σου/ δεν είναι δέντρο ριζιμιό/ είναι μια θάλασσα/ γεμάτη σίδερο/ είναι το φως/ που μόλις πέρασε/ σε μια παρένθεση/στο περιθώριο. Είναι αυτή η στιγμή που η αγαπημένη αποπροσωποποιείται και γίνεται μέγεθος, είναι η ενσώματη πατρίδα, της οποίας δεν φανήκαμε άξιοι (πισώπλατα χτυπήματα των επιγόνων, «μ»), στην οποία επικρατεί ο βαρύς υπερσυντέλικος του χρόνου (ενδιαφέρων είναι ο διάλογος με τον Μόντη σε ό,τι αφορά στη διαπραγμάτευση εντός των ποιημάτων των χρόνων του ρήματος και της Γραμματικής), ένας χρόνος με άτονη εντελώς μνήμη, καταδικασμένος στην απραξία, στο μαύρο, στον αφανισμό. Δεν επιδιώκεται η ποιητική ανασύσταση μιας κοινωνικής πραγματικότητας, μα μια προσπάθεια κριτικής αποτίμησης της ύψιστης ιστορικής στιγμής της εισβολής των Τούρκων στο νησί – η οποία άρρητα υποδηλούται – και των παρεπόμενων αυτής.
Στην τελευταία πεντάδα της συλλογής, το ποιητικό υποκείμενο επικεντρώνεται στη φύση, γίνεται το ίδιο φύση (η άκρη της ραγισμένης πόλης/ είναι το κέντρο/ που μοιράζονται τα φύλλα μου («υ»). Έτσι, σε αυτά τα ποιήματα πρωταγωνιστούν τα δύο ξερά κλαδιά ανάμεσα στο φυλλωμένο δέντρο και τις ρίζες του, μια γλώσσα που είναι τριανταφυλλιά και ένα αγκαθθερό φιλί («υ»), ζώα, δέντρα, πουλιά, τζιτζίκια, πεύκα διψασμένα που λύγισαν, ένα σπουργίτι («φ»), το άνθος της μυγδαλιάς, το δάσος, το χαμομήλι και η μαδημένη μαργαρίτα, το πρώτο τριαντάφυλλο («χ»), ο άνεμος («ψ»), το αβάσταχτο ποτάμι, η νεραντζιά στην άβυσσο, οι τερμίτες («ω»). Δεν υπάρχει τέτοια συσσώρευση στοιχείων της φύσης πουθενά αλλού στη συλλογή παρά μόνο στα τελευταία πέντε ποιήματα. Το ποιητικό υποκείμενο έχει ήδη περάσει μέσα από την κάμινο των προηγούμενων ποιημάτων και μοιάζει να έχει αποτεφρωθεί. Η τέφρα αυτή διασκορπίζεται και επικαλύπτει κάθε στοιχείο της Φύσης, γίνεται ένα με αυτήν. Η μοναδική ενοποιητική δύναμη που δηλώνεται είναι ο τσακισμένος χρόνος του ποιήματος, μια παραδοξότητα αφού κάτι που έχει απωλέσει την ενότητα καλείται να τη δημιουργήσει.
Τα τρία διακριτά μέρη εντός της συλλογής, όπως έχουν οριοθετηθεί, εύλογα θα μπορούσαν να αντιστοιχιστούν, τόσο μορφικά όσο και σημασιολογικά, με τα τρία Γράμματα στη μητέρα, ώστε να εξεταστεί κατά πόσο οι τρεις κύκλοι, ο προσωπικός, ο συλλογικός και ο οικουμενικός, τους οποίους ο Βουτουρής ονομάζει «ισοτοπίες, σημασιακές δηλαδή περιοχές» (σ.197) μπορούν να βρουν μια ανάλογη εφαρμογή στα γράμματα στην αγαπημένη, πηγάζουσα όχι από μίμηση μα από ιδιοσυγκρασιακή ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου, μια ανάγκη που καθοδηγούσε κατά κόρον και τον μεγάλο ποιητή του κυπριακού και όχι μόνο Ελληνισμού.
Ολόκληρη η συλλογή του Νικολαΐδη είναι ένας ψίθυρος, ένα πνιχτό κλάμα, όπως δηλώνεται στο ποίημα «α» (απόψε κλαίω και για μένα/αγαπημένη/κλαίω για όλα/και για τίποτα) που μεστώνεται σταδιακά και που προς το τέλος αρχίζει να αποσυντίθεται μες στη γραμματική του ασυνάρτητου/ ρυθμού («φ»), ασύνταχτα («χ») για να καταλήξει στην αποδόμηση της ίδιας της αγαπημένης, η οποία χάνει το προνόμιο του αποκλειστικού παραλήπτη και μεταβάλλεται σε έναν εξίσου απρόσωπο και πολυπρόσωπο δέκτη της έντεχνης έμμετρης επιστολής, τον οποίο το ποιητικό υποκείμενο προειδοποιεί (Αγαπημένη/ αν κάψεις αυτό το βιβλίο/ η στάχτη/ θα ξεκλειδώσει/ τη μεταλλική ψυχή σου/ σαν μανιασμένος/ άνεμος. «ψ»), για να καταλήξει να του γράψει εν είδει υπόσχεσης μα και ως ύστατη απεύθυνση: Αγαπημένη/ δεν θα σε ενοχλήσω/ με άλλα ποιήματα. («ω») διαρρηγνύοντας την επιβεβαίωση που είχε δώσει νωρίτερα: Ό,τι κι αν γίνει αγαπημένη/ εγώ θα συνεχίσω να σου γράφω/ μέχρι να καταρρεύσουν/ ένας/ ένας/ κι οι τέσσερις τοίχοι/ της σελίδας. («θ»).
Σε πολλά ποιήματα δηλώνεται είτε σε πλαίσιο αυτοαναφορικότητας είτε διαμεσολαβημένα η ιδιότητα του πομπού: πρόκειται για έναν ποιητή (ό,τι κι αν γράψω/ το πρώτο αίμα δεν εξημερώνεται. «γ», Άκουσε είπε/ είσαι κτισμένος πάνω/ στο κενό/ γι’ αυτό μιλάς σαν ποιητής, «δ», Γράφω/γιατί δεν είμαι ορατός/χωρίς τις λέξεις/στο λευκό χαρτί, «ε», Αγαπημένη/ κανένα ποίημα δεν ανταμείβεται./ Τα περισσότερα με φωνάζουν/ Ηρώδη, «ρ») που μοχθεί και πονά για τη λέξη, για τον στίχο (και ζύμωσέ τες με γλυφό νερό/ και λέξεις ολοχώματες, «θ», οι λέξεις/μαζεύουν τον καμένο χρόνο […] Αγαπημένη/ μέσα στο ποίημα/ η ψυχή είναι σώμα. «ι», Δεν σου μιλώ λοιπόν/ για την πικρή ποιητική/του αίματος/για τη δική μου/ (τέλος πάντων)/ σφαιροποίηση των λέξεων, «ο») και συνομιλεί με ομότεχνούς του (Μες στη μηχανική του στίχου/ είπε/ δεν λειτουργεί πολύ καλά/ ο θάνατος. Γι’ αυτό μπορώ να σου μιλώ/ σαν ζωντανός. Αν αγαπάς μου λέει/ να γράφεις πάντα/ με το χέρι στην καρδιά/ μα το μυαλό να το κρατάς κοντά στο στήθος. «σ»).
Στη συλλογή αυτή κυριαρχεί η εικονοποιία του απροσδόκητου, το κατάξανθο κορίτσι με το προσθετικό κεφάλι και το αποτεφρωμένο μάτι («γ»), ο Παντελής Μηχανικός με μια σταγόνα Αμμοχώστου μες στο βλέφαρο και μ’ ένα θραύσμα Μόρφου στην καρδία («σ»), αφθονούν τα υπερρεαλιστικά στοιχεία, οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις, γίνεται χρήση της διαλέκτου και γενικά παρατηρείται μια σφικτοδεμένη εφαρμογή εκφραστικών μέσων που εξαίρει την ποιητική πράξη καθιστώντας την ως ύψιστη προσφορά και μέριμνα του ποιητικού υποκειμένου. Η πράξη της διαμοιβής επιστολών γίνεται το μέσο, ώστε ο έσω κόσμος του πομπού να διαπλατυνθεί και να αποκτήσει ροή μέσα από την απεύθυνση. Να πιαστεί από ένα μέγεθος απέναντι και να τεντωθεί, να ζήσει παράλληλα με το χώμα και τον αέρα, να μπορέσει να κρατήσει επάνω του μια-μια τις λέξεις, τις ολοχώματες λέξεις, που το ποιητικό υποκείμενο πλάθει και τίκτει μετά ωδίνων.
Ένας σύγχρονος αοιδός, ένας πλάνητας, κάποιος που βιώνει μεταιχμιακές καταστάσεις, που υπάρχει σαν κυκλαδίτικο ειδώλιο/ σαν καθαρό νερό/ σαν αχνιστός καφές («η»), κάποιος που γράφει για να υπάρχει και καταλήγει ιδανικός αυτόχειρας προγραμματίζοντας το τέλος (Αγαπημένη/ δεν θα σε ενοχλήσω/ με άλλα ποιήματα. («ω»), που δηλώνει πως υπάρχει όταν εξαφανίζεται («η»), σαν τον Ονήσιλο/ σαν τον Σίσυφο/ σαν Αμμόχωστος («η»), αυτός ο πομπός που δεν χαρίζεται εν τέλει στους αγαπημένους αναγνώστες και τους προσκαλεί σε μια εμπειρία αιχμηρή, σκοτεινή και αδιέξοδη, είναι πράγματι μια θαυμάσια κληρονομιά που ο Παναγιώτης Νικολαΐδης αφήνει στον χώρο της Ποίησης και είμαι σίγουρη πως μόνο ανεπίδοτα δεν θα μείνουν τα γράμματά του.
Βιβλιογραφία
1) Θάλεια Ιερωνυμάκη, «Η “στιχηρά επιστολογραφία”. Για μια θεώρηση του είδους της ποίησης σε επιστολή», στον συλλογικό τόμο Μνήμη Παν. Μουλλά. Πρακτικά ΙΓ΄Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, ΑΠΘ-Σοκόλης-Κουλεδάκης, Αθήνα 2014.
2) Μουλλάς Παναγιώτης, Ο λόγος της απουσίας. Δοκίμιο για την επιστολογραφία με σαράντα ανέκδοτα γράμματα του Φώτου Πολίτη (1908-1910), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992.
3) Βουτουρής Παντελής, Kάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης… Εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη, εκδ. Ερατώ, Αθήνα 2024.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Cornelis Norbertus Gijsbrechts. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








