frear

Η αναγνώριση – του Αλέξανδρου Βαναργιώτη

Στο τέλος του καλοκαιριού επέστρεφα στο Κυριάκι για τη νέα σχολική χρονιά. Στο Κυριάκι έμεινα τρία χρόνια. Το σπίτι ήταν υγρό και κρύο. Δεν το αγαπούσα. Κρύα ήταν και η καρδιά μου. Βρισκόμουν σε μια σημαντική αλλαγή στη ζωή μου. Επιλογές και λάθη του χθες με έθλιβαν και με βασάνιζαν. Καθυστερούσα λοιπόν όσο μπορούσα να φτάσω, κάνοντας το ταξίδι εκδρομή. Μια από τις διαδρομές της ραθυμίας, που μου άρεσε, περνούσε από τον Κορινθιακό. Έπινα έναν απογευματινό καφέ στην Άμφισσα, και μετά αφού διέσχιζα την Ιτέα δίπλα στη θάλασσα, σκαρφάλωνα προς τη Δεσφίνα και από εκεί κατευθυνόμουν προς το Δίστομο και το Στείρι. Στο Κυριάκι έμπαινα πάντα βράδυ.

Την Άμφισσα τη συμπαθούσα και λόγω της ιστορίας –τα περίφημα Σάλωνα στα οποία έψηναν αρνιά και συνδέθηκαν στο δημοτικό τραγούδι μ’ εκείνη τη Μαρία Πενταγιώτισσα με τους πολλούς εραστές και την πιπεράτη ζωή της– αλλά και γιατί είχε ξηρό και δροσερό κλίμα. Το δεύτερο καλοκαίρι, ένας θαμώνας ενός καφέ στον πεζόδρομο κάτω από τα πλατάνια, με τον οποίο έπιασα κουβέντα, μου πρότεινε να επισκεφτώ και το κάστρο που δέσποζε πάνω από την πόλη. Το κάστρο, χτισμένο τον 13ο αιώνα, ψηλά, σε έναν απόκρημνο βράχο, έμοιαζε με στέμμα στο κεφάλι της Άμφισσας. Το έβλεπα κάθε φορά από μακριά, καθώς κατέβαινα. Μου είπαν ότι από εκεί βλέπεις και όλον τον ελαιώνα και αποφάσισα να πάω.

Εκείνη τη μέρα ο ήλιος έπαιζε με τα σύννεφα και έστελνε ένα γλυκό φως. Φυσούσε κι ένα αεράκι υγρό που μύριζε φθινόπωρο. Δεν ήταν τόσο εύκολο ωστόσο, όπως νόμιζα, να φτάσω στο κάστρο. Ρώτησα για να μου πουν από πού θα πάω. Πήρα τη στροφή και προχωρούσα αρκετά, αλλά το κάστρο δε φαινόταν. Συνάντησα έναν κύριο προχωρημένης ηλικίας. Κρατούσε και μπαστούνι. «Πώς πάμε στο κάστρο;» φώναξα από το ανοιχτό παράθυρο, σκεπτόμενος ότι λόγω των χρόνων που τον βάραιναν η ακοή του δεν θα ήταν άριστη. «Από πού είσαι;» με ρώτησε με δυνατή φωνή κι εκείνος. «Από τα Τρίκαλα» του είπα και περίμενα να μου δείξει τον δρόμο. Όμως με αιφνιδίασε. «Πώς λέγεσαι;» ξαναρώτησε. Είπα το όνομά μου ξαφνιασμένος. Ο ηλικιωμένος επέμενε. «Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σου;» «Χωροφύλακας. Γιατί;» «Πού υπηρετούσε;» «Πριν πεθάνει, υπηρετούσε στις φυλακές Τρικάλων», πρόσθεσα σχεδόν ενοχλημένος από τις επίμονες ερωτήσεις. «Του μοιάζεις του πατέρα σου» πέταξε εκείνος. «Τον γνωρίσατε; Πώς;» ρώτησα πια έκπληκτος και γεμάτος περιέργεια. «Τον ήξερα, ήμουν φυλακισμένος εκεί», απάντησε ο ηλικιωμένος κύριος κι ενώ τον κοιτούσα αποσβολωμένος, είπε: «Προχώρα. Θα σε βγάλει ο δρόμος. Άντε γειά, χάρηκα» και απομακρύνθηκε.

Το κάστρο ήταν αρκετά παραμελημένο με έκδηλη τη φθορά από το πέρασμα των χρόνων. Ένα ξεδοντιασμένο στέμμα. Δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Μερικά παγκάκια ξεβαμμένα από τον χρόνο και τις βροχές, ξύλινα, και πολλά αγκάθια. Πήγα στην άκρη και κοίταξα τον βαθύ ελαιώνα που ήταν στ’ αλήθεια εντυπωσιακός. Άγγιξα μερικές πέτρες για να συνδεθώ με την ιστορία. Στον νου μου όμως διαρκώς ερχόταν ο πατέρας, η σύντομη ζωή του και τα δικά του λάθη. Άσβεστη παρέμενε στη μνήμη μου η εικόνα του, με τη φαιοπράσινη στολή του, να απομακρύνεται με βήματα αργά από το σπίτι. Σκεφτόμουν επίσης τον ηλικιωμένο που μόλις άφησα πίσω. Μέσα μου πάλευε η συγκίνηση με την απορία. Κάθισα σε μια πρασινάδα ανάμεσα στ’ αγκάθια, ακούμπησα το κεφάλι στις παλάμες μου και έμεινα έτσι για αρκετή ώρα. Όταν σηκώθηκα, ένιωθα μια περίεργη έξαψη, μια αίσθηση ανανέωσης. Ρίγησα. Το κάστρο μου φάνηκε ξαφνικά ζεστό και οικείο. Ο αέρας είχε δυναμώσει και ο ήλιος είχε χαθεί. Τον ορίζοντα έσκιζαν αστραπές. Άρχισε να ψιχαλίζει. Επιτάχυνα το βήμα και μπήκα στο αυτοκίνητο.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©José Bassit. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη