frear

Tο παρελθόν συμβαίνει τώρα. Μια ανάγνωση του βιβλίου Το αλογάκι της Παναγίας της Αρχοντούλας Διαβάτη από την Αγγελική Μαυροπούλου

 

Αρχοντούλα Διαβάτη, Το αλογάκι της Παναγίας, μυθιστορίες, εκδ. Νησίδες, 2012.

Το βιβλίο της Α.Δ. Το αλογάκι της Παναγίας, πραγματεύεται τη σχέση με την ουτοπία, τη μνήμη, το χρόνο, το συμβιβασμό, την αποδοχή. Η Ναυσικά, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, παίρνει μέρος σε πανεπιστημιακό σεμινάριο στη Γενεύη το Σεπτέμβριο του 1973. Στο σεμινάριο συμμετέχουν νέοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και ξένοι φοιτητές που είχαν επιλέξει ελληνικές σπουδές. Το ταξίδι αυτό γίνεται σύμβολο της αναζήτησης και της ελευθερίας. Στα μαθήματα διδάσκουν σπουδαίοι δάσκαλοι με πλούσια αντιδικτατορική δράση. Ο Δημήτρης Χατζής που έρχεται από τη Βουδαπέστη, ο Γιάννης Ξενάκης από το Παρίσι και ο Αριστόβουλος Μάνεσης από την Αμιένη, ο Αντώνης Μυστακίδης από το Λουντ της Σουηδίας και πολλοί άλλοι ‒πορεία παράλληλη με τους επιβάτες του θρυλικού Ματαρόα, με το οποίο τον Δεκέμβριο του 1945 νέοι διανοούμενοι έφυγαν από το λιμάνι του Πειραιά για το Παρίσι, υπότροφοι του γαλλικού κράτους, σε μιαν επιχείρηση απόδρασης από τη μεταπολεμική Ελλάδα. Οι δυο γενιές συναντιούνται στη Γενεύη ‒μάθημα μύησης για τη συνέχεια του αγώνα;

Η Γενεύη ως τόπος επανέρχεται ξανά και ξανά μέσα στο βιβλίο. Τόσο μέσα στα γράμματα του Άγγελου, τον οποίο γνώρισε η Ναυσικά στο κοινό τους ταξίδι, όσο και σε άλλα κείμενα. Ο χρόνος του ενός μήνα που διαρκεί το σεμινάριο, συμπυκνώνει μια εμπειρία μοναδική, φυλαχτό για την υπόλοιπη ζωή. Η Γενεύη γίνεται ο τόπος αλλού, ο ου-τόπος. Όπως και στην καβαφική Αλεξάνδρεια, η Ναυσικά και οι φίλοι της αξιώθηκαν μιαν τέτοια πόλι: Η Γενεύη δεν είναι πια το όνομα μιας πόλης, γίνεται το συνώνυμο της ζωής και της επανάστασης. Μετά την επιστροφή στην Ελλάδα, ο λόγος της αφηγήτριας κρύβεται πίσω από τα γράμματα που της στέλνει ο Άγγελος. Το πρόσωπό της σκιαγραφείται μέσα από το λόγο του Άγγελου γι’ αυτήν. Μια αλληλογραφία τριών περίπου χρόνων. Δυο νέοι άνθρωποι που αναζητούν την ταυτότητά τους.

Ο Άγγελος, «μετά την ώθηση που δέχθηκε», όπως λέει, από το βίωμα της Γενεύης, σαφής, οξύς, αγωνιστικός, ερωτευμένος, θέλει να προκαλέσει την ιστορία (σ. 27: «Άμα δε βρει κανείς αυτό τον δρόμο –γιατί αυτός μόνο υπάρχει– δηλαδή το δρόμο της επανάστασης, νομίζω πως δεν κάνει ή δεν θα κάνει τίποτα. Θα παραδέρνει από τη μια μεριά στην άλλη. Θα έχει ανώμαλες προσγειώσεις που μπορεί να του σπάσουν τίποτα κεφάλι, πλευρά κτλ. Τελικά θα είναι θύμα, θα έχει πέσει στην παγίδα που είναι στημένη καλά γύρω μας, θα νομίζει ότι είναι κάτι, ενώ δε θα είναι παρά σκατά πατημένα, και θα υπάρχει. Κατά τη γνώμη του θα υπάρχει. Άμα δε δει ο καθένας μας αυτή την ιστορική αναγκαιότητα και έξω στο περιβάλλον, αλλά αν δεν τη νιώσει και μέσα του να τον συγκλονίζει, δε θα βρει τίποτα. Θα βρίσκει αέρα κοπανιστό να τον κοπανίζει. Η ουσία είναι μία, χρειάζεται επανάσταση. Ναι ή όχι;»).

Στο πρόσωπο της Ναυσικάς αναζητάει τη συνομολογήτρια του έρωτα και της επανάστασης. «Σε περιμένω. Θέλω να σε δω. Σ’ αγαπώ» (σ. 32 ). Η Ναυσικά ανασφαλής, ευαίσθητη στις επιρροές του περιβάλλοντος και των φίλων της, με αγάπη για τα βιβλία και το διάβασμα, χωρίς να ανταποκρίνεται το ίδιο στο ερωτικό κάλεσμα, δέχεται την κριτική του Άγγελου (σ. 42: «Είσαι πολύ διανοούμενη, με την κακή έννοια του όρου. Ηδονίζεσαι με τα βιβλία. Κολακεύεις τον εαυτό σου. Δε θέλω να με παίρνεις σα συμβουλάτορα..» και στη σ. 48: «Εξακολουθείς να ’χεις τα ίδια υπαρξιακά προβλήματα για τον εαυτό σου, τους συνανθρώπους σου, τη ζωή που κάνεις, τους φίλους σου. Αυτά θα ’πρεπε να τα ’χεις ξεπεράσει […]. Ποτέ δε θα ’θελα κοπέλα μου μια ρεβιζιονίστρια και πολύ περισσότερο συνειδητή.»). Μια σύγκρουση ταυτοτήτων και επιθυμιών. Η συνάντηση όμως δεν έγινε και η επανάσταση έμεινε ανυπεράσπιστη.

Στο υπόλοιπο μέρος του βιβλίου, συναντούμε τη Ναυσικά παντρεμένη, καθηγήτρια, μητέρα δυο κοριτσιών, μέσα από μικρά αφηγήματα να μας ιστορεί τα μικρά και τα μεγάλα της ζωής (σ. 99, Σταυρόλεξο. «Ξύπνησε από ύπνο βαθύ στο κρεβάτι τους. Πρωί ήταν ή απόγευμα; Μια σειρήνα άρχισε να ουρλιάζει κατακτώντας σιγά σιγά όλο το εύρος της συνείδησής της, όλο πιο κοντά, πιο κοντά, ώσπου πέρασε. Χάθηκε. Σιωπή […] Αύριο θα τον σκότωνε».)

Στην αφήγησή της ανατέμνει τη μεγάλη Ιστορία με τις μικρότερες καθημερινές ιστορίες. Έτσι έχουμε ένα διαρκές σχόλιο για τον τόπο και για τους ανθρώπους του. Πολλαπλές οπτικές γωνίες, πολλές φωνές, κινήσεις μπρος πίσω στο χρόνο. Πώς όμως να συνθέσεις το όλον, πώς να αλλάξεις την αφήγηση; H επιστροφή της Ναυσικάς πίσω στο χρόνο δεν είναι νοσταλγική, αλλά η προσπάθεια μέσω της γλώσσας να επαναπροσδιοριστεί το παρελθόν. Και το τραύμα της απώλειας της αγαπημένης αδελφής να ορίζει τα περάσματα. Πώς να επιστρέψεις μόνη, με τον αντίλαλο μόνο της δικής σου φωνής και του νυχτερινού ονείρου; (σ. 160, Όνειρα– « Ξυπνώ με τα ξεφτίδια από τα νυχτερινά όνειρα και μπαίνω στη μέρα, θεωρώντας φυσικά αυτά που είπαμε και κάναμε, αλλά και τον τρόπο που τα είπαμε ή τα κάναμε, τι θεωρούσαμε δεδομένο και τι αυτονόητο. Η μέρα έχει τους δικούς της κανόνες. Τα δικά της δεδομένα […] τι ξέρουμε ‒ρωτούσα τη Μαρίνα στο όνειρο‒ που μας διαφεύγει το πρωί; Tα όνειρα δεν ξέρουν από θάνατο, η αιώνια ζωή, να λοιπόν που υπάρχει!»)

Η Ναυσικά ζει, αναπνέει, πονάει σε μιαν άλλη πόλη πια, τη Θεσσαλονίκη που παρά τους νόμους της αλλαγής που υπόκειται, δεν την εγκαταλείπει. Είναι η πόλις που την ακολουθεί παντού, κιβωτός αναμνήσεων, επιθυμιών και ματαιώσεων. Η πόλη είναι οι σκιές της. Η Μαρίνα, ο θείος Θανάσης, η Ερμιόνη, η θεία Μακρίνα, η τραγική γειτόνισσα, το κορίτσι που απόδρασε από το απέναντι μπαλκόνι. Η γειτονιά στη Χαριλάου, η λεύκα στην απέναντι αυλή, οι ποιητές, οι δάσκαλοι, οι φιλενάδες, τα βιβλιοπωλεία, το δίκτυο γυναικών, το καφενείο «Ελληνικόν» της λογοτεχνικής ομάδας, το Βαφοπούλειο, η ΧΑΝ, το Λισέ, το φεστιβάλ κινηματογράφου. Η πόλη είναι οι χειρονομίες, τα βλέμματα. Η ζωή ανοιχτή σαν πληγή. (σ. 112, Διαδρομές. «Στο λεωφορείο καταβρόχθιζε την υποτιθέμενη ζωή τους, πλάθοντας για τους συνεπιβάτες της μικρούς μύθους, μόνο από τις χειρονομίες, το βλέμμα και το ντύσιμό τους […] όλα ήθελε να τα χαϊδέψει, να τα γιατρέψει, να τους γιάνει όλους, σαν μικρός θεός. Κατεβαίνει, φτάνει στο γραφείο, και στυλωμένη στο παράθυρο κάνει νοερά την ίδια δουλειά. Βλέπει κάτω τους ανθρώπους να ενώνουν παράλληλες πορείες σαν τα μυρμήγκια. Δε θέλει να γίνει δικαστής, δε θέλει υπάλληλος, τότε τι;»). Mικρές αποδράσεις μόνο για τη χαρά των φίλων ή για τη γνωριμία ενός τόπου, χωρίς ωραιοποιήσεις, αιχμαλωτίζοντας τις στιγμές. «Έτσι έζησε τη ζωή της από ταξίδι σε ταξίδι, από έλπίδα σε ελπίδα, με τις φωτογραφίες», σαν τη θεία Μακρίνα.

Όμως τα πρόσωπα και οι καταστάσεις δεν μπορούν να συντεθούν σε ένα όλον. Τα πρόσωπα είναι ψηφίδες σε ένα σκηνικό και δεν ενώνονται μεταξύ τους. Ζουν, συγκινούνται, πονούν, αλλά δεν καταφέρνουν να συναντηθούν. Η συγγραφέας αφηγείται τη ζωή τους χωρίς να τα κρίνει, χωρίς να ερμηνεύει τη συμπεριφορά τους. Αποτυπώνει χαρακτήρες και πρόσωπα για να τα περισώσει από τη φθορά σαν τα «κρυμμένα τιμαλφή» του άλλου αγαπημένου της ποιητή. Όμως στη λογοτεχνία τίποτα δεν πεθαίνει, τίποτα δεν εξαφανίζεται.

Μας συγκινεί με ένα λόγο λιτό, υπαινικτικό, ειρωνικό, μια αίσθηση τραγικού, που όμως οδηγεί στην αποδοχή της ζωής. Πρόσωπα-σύμβολα, η μάνα της, που με μια φράση-κλειδί απαιτεί την αποδοχή και το συμβιβασμό –«δράκου φωνή δεν άκουσες» – και ο πατέρας, σύμβολο της υπέρβασης που δεν έγινε, με ένα παράπονο προς την αγαπημένη κόρη, «άλλα περίμενα εγώ από σένα».

Η μικρή Ναυσικά, παιδί φανατικό για γράμματα, ονειρευόταν τη γυναίκα που θα γίνει. Το γυναικείο σώμα πάλλεται, υποφέρει, αντιστέκεται, ενδίδει, αναζητώντας με κόπο κι αξιοπρέπεια να βρει τη θέση που του αξίζει (σ. 122: «Κοινός παρονομαστής το σώμα τους. Καράβι, σκαρί που μ’ αυτό διέσχισαν τη ζωή τους, το σώμα τους, αυτές.»). Και ο χρόνος κυλάει, παίρνοντας μαζί του ανθρώπους και μνήμες και γεύσεις και λέξεις-ιδέες. Όσο να μετρήσεις τα φρούτα του χειμώνα και του καλοκαιριού, με το ένα με το δύο με το τρία, περνάει η ζωή. Σαν τους χυμούς τους μέσα στο στόμα. Όσο να ανακαλέσεις στη μνήμη τα ποιήματα που αγάπησες, τις επιθυμίες που έζησες, περνάει η ζωή, με τη φθορά παρούσα να μετράει το χρόνο ανάποδα (σ. 154, Το γήρας: «Στο κρεβάτι το απόγευμα πριν σηκωθεί, άρχισε – για άσκηση– να ανακαλεί ονόματα φρούτων […] Τράβηξε κατά το μπαλκόνι»).

Σκέφτομαι για το τέλος να αφιερώσω στα παδιά μας που φεύγουν σήμερα, όπως έφυγαν το ’45 οι νέοι με το ΜΑΤΑΡΟΑ, όπως η Ναυσικά και οι φίλοι της αναζήτησαν μες στη μαυρίλα της χούντας μια διέξοδο στη Γενεύη, ένα ποίημα της Μιμίκας Κρανάκη, επιβάτισσας του θρυλικού πλοίου, με τίτλο ΜΑΤΑΡΟΑ:

Και δεν θάχω πια τίποτα δικό μου, / oύτε ένα κομμάτι γης ν’ αγαπήσω. /Δε θα ’μαι από κανένα τόπο./ Μένει μονάχα στον ορίζοντα μια ασπρίλα ορθάνοιχτη / – το μέλλον – / κι όσα μας περιμένουν εκεί μέσα.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη