frear

Η σοκολάτα – του Πασχάλη Κατσίκα

«Έπεσα πάνω σε μια σοκολάτα! Έπεσα πάνω σε μια σοκολάτα!!!», ούρλιαζε μια άγνωστη φωνή. Με ξύπνησε. Πετάχτηκα όπως ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ, ημίγυμνος με το μποξεράκι και κρυφοκοίταξα πίσω από την κουρτίνα. Παράθυρα, μπαλκονόπορτες, ήταν όλα ορθάνοιχτα. Το καλοκαίρι είχε ξεκινήσει με μίνι καύσωνα όπως συνήθιζαν να λένε στα δελτία καιρού. Τι μίνι; Μάξι ως τον αστράγαλο θα έλεγα εγώ, με σαράντα βαθμούς στα μέσα Ιουνίου. Ήμουν νυχτερινή βάρδια στο εργοστάσιο και έγειρα στον καναπέ κατά τις έξι που επέστρεψα. Δεν ξάπλωσα στο πίσω υπνοδωμάτιο που ήταν ανατολικό και έκανε αφόρητη ζέστη ως το μεσημέρι. Προτίμησα τον καναπέ στο σαλόνι, που ως βόρειο, ήταν έναν-δυο βαθμούς πιο δροσερό.

Μέσα στη νύστα μου δεν είχα υπολογίσει τα αρνητικά. Δεν θυμόμουν άλλωστε πως εκείνη την Πέμπτη, 14 Ιουνίου, έκλειναν τα σχολεία. Το σπίτι είχε πρόσοψη στη Νικηφόρου Φωκά η οποία κατέληγε στο 5ο Δημοτικό Σχολείο Κομοτηνής. Ο δρόμος της επιστροφής των μαθητών στα σπίτια τους περνούσε μπροστά από το δικό μου. Τα τιτιβίσματά τους, ωστόσο, με νανούριζαν ευχάριστα, ώσπου ακούστηκε εκείνη η διαπεραστική γκαρίδα: «Ρεζίλι γίναμε! Ρε-ζί-λι!!! Την τελευταία μέρα του σχολείου έπεσε πάνω σε μια σοκολάτα, η Μαρία!» Μια τροφαντή γυναίκα, με μεζ μαλλιά, συνέχισε να τσιρίζει και να χειρονομεί περιγράφοντας το περιστατικό στη γειτόνισσα, στο ακριβώς απέναντι μπαλκόνι του πρώτου ορόφου.

Η άλλη κυρία, πιο ψύχραιμη, κουνούσε μόνο καταφατικά το κεφάλι δίχως να βγάζει μιλιά. Προσπαθούσε, μάλλον, να την κατευνάσει με αυτή την ήρεμη κίνηση της κεφαλής, με τη συμπόνια που έδειχνε στο δράμα που μόλις είχε ζήσει. Ίσως να σκεφτόταν πως γίνονται περισσότερο ρεζίλι, τώρα, σε ολόκληρη τη γειτονιά και ανυπομονούσε να τελειώσει ρίχνοντας κλεφτές ματιές αριστερά-δεξιά μήπως βγήκε ο κόσμος στα μπαλκόνια.

Έσκυψα λιγάκι μη με πάρουν χαμπάρι και δάγκωσα τα χείλη μου στην προσπάθεια να γελάσω αθόρυβα. Η μαινόμενη κυρία είχε παρατήσει το αυτοκίνητό της στη μέση του δρόμου με ορθάνοιχτες τις δυο μπροστινές πόρτες και πηγαινοερχόταν αλαφιασμένη. Η Μαρία, καθισμένη στο πεζοδρόμιο, ατάραχη, κοιτούσε μια τη μάνα της και μια την κυρία στο μπαλκόνι που το έπαιζε ατάραχη. Συνεχίζοντας τη διήγησή της, η μητέρα έδωσε περισσότερες πληροφορίες για το συμβάν, χαμηλώνοντας αυτή τη φορά τον τόνο της φωνής της. «Τη βλέπω με κάτι μαύρα σημάδια στον λαιμό και στην πεντακάθαρη μπλούζα που της φόρεσα το πρωί. Τι είναι αυτά μαρή, της λέω; Και μου απαντάει: έπεσα πάνω σε μια σοκολάτα. Ακούς Βούλα μου; Σε μια σοκολάτα!». Και συνεχίζει, «την πρόγκηξα, τώρα θα τα πω όλα στη δασκάλα, όλα! Εκείνη με τραβούσε μπροστά στον κόσμο για να με εμποδίσει. Όλοι γύρισαν, μας κοίταγαν και γελούσαν».

Παρατήρησα πως τα μάγουλα της Βούλας έκαναν δυο λακκάκια εκατέρωθεν. Σημάδι ότι και εκείνη τα δάγκωνε εσωτερικά για να μην ξεσπάσει σε γέλια. «Και ποια θα είναι η τιμωρία της;», ρώτησε. Η εκνευρισμένη μάνα το σκέφτηκε για ένα δευτερόλεπτο, «δεν θα φάει για τρεις μέρες σοκολάτα, φυσικά». Η Βούλα δεν άντεξε. Αφέθηκε σε ένα τρανταχτό γέλιο. Μετά βίας κατάφερα να διακρίνω ανάμεσα στα χαχανητά της την εξής κουβέντα: «Μετράει από σήμερα η τιμωρία; Γιατί σήμερα τη σοκολάτα την έφαγε η μπλούζα». Η άλλη έβγαλε καπνούς από τα αυτιά. Μπήκε μέσα στο αμάξι, γκάζωσε με νεύρο και εξαφανίστηκε.

Με κατέκλυσε ένα αίσθημα νοσταλγίας. Πόσο πεθύμησα εκείνες τις φωνές των μανάδων! Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν πήγαινα ο ίδιος στο δημοτικό σχολείο, από τα μπαλκόνια μας μάλωναν την τελευταία μέρα, για να μην παίξουμε μπουγέλο και βραχούν τα ρούχα μας.

Το πρόσωπό μου φωτίστηκε. Πήρε εκείνη την πονηρή έκφραση που έχουν τα παιδιά πριν κάνουν τη ζαβολιά. Κατευθύνθηκα στο ψυγείο και άρπαξα από την κατάψυξη ένα παγωτό ξυλάκι με επικάλυψη τραγανής σοκολάτας. Όρμισα πάνω του σαν άντρας που έχει χρόνια να γευτεί γυναίκα. Όπως το δάγκωνα άτσαλα, προσγειώνονταν στο γυμνό στήθος και στη μεγάλη μου κοιλιά κομματάκια που έλιωναν και άφηναν μαύρα στίγματα. Κατόπιν πήγα στην κουζίνα όπου καθόταν η γυναίκα μου με την πεθερά μου. Εκείνες, έβγαλαν ταυτόχρονα μια κραυγή συντονισμένες στην ίδια υψηλή συχνότητα: «Βάι, βάι! Πώς έγινες έτσι σαν μούρτζος; Τι είναι αυτά τα μαύρα σημάδια στην κοιλιά σου;». «Μια κοψιά σας φτιάχνει τις Ελληνίδες μάνες», μουρμούρισα και έσκασα στα γέλια.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δωδέκατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη