frear

Σταδίου – της Βίκυς Κλεφτογιάννη

Λύκοι τριγυρνούν τις χειμωνιάτικες νύχτες στους δρόμους της Αθήνας, στις πλάτες τους κουβαλούν χιόνι, ψηλαφίζουν με τα πέλματά τους τα σημάδια του φόβου, εντοπίζουν τα θηράματα σε σκοτεινές γωνίες, πλησιάζουν αθόρυβα και χώνουν τα δόντια στις σάρκες.

Βρέχει αδιάκοπα και φυσάει, παραμονή Χριστουγέννων, οι ομπρέλες των περαστικών ξιφομαχούν άδοξα έξω από πολυκαταστήματα για μια θέση στην ουρά, ψώνια της τελευταίας στιγμής, αγχωτικές λεπτομέρειες για ένα τέλειο γιορτινό τραπέζι, άχρηστα δώρα που θα καταλήξουν στα σκουπίδια.

Εκείνη περιπλανιέται στη Σταδίου, αγέρωχη, όμως θυμίζει το κουφάρι εντόμου αγκιστρωμένο στον φλοιό δέντρου, ένα κέλυφος παραπλανητικό. Βρίσκει ένα μεγάλο κομμάτι μουσαμά, χωρίς σκισίματα –ο θησαυρός της ημέρας. Ψάχνει βαθιά στον σάκο της, θυμάται να έχει πετάξει μέσα δυο τρία καρφιά και λίγες πινέζες από μια οικοδομή, έχει κι εκείνες τις σανίδες. Κάνει μια βόλτα στα σοκάκια τριγύρω για ό,τι άλλο θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο, σ’ έναν κάδο βρίσκει πεταμένη μια σειρά με λαμπιόνια, θα είναι καμένα, τα παίρνει. Μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα καταλαγιάζει την πείνα της.

Η αγορά έκλεισε, τα στίφη εξαφανίστηκαν στη στιγμή –σαν να τα ρούφηξε μαγικό λυχνάρι– τα πεζοδρόμια ερήμωσαν. Μπορεί τώρα να μετατρέψει την εσοχή της βιτρίνας σε εστία, να κρατήσει μακριά τον αέρα και τη βροχή. Καρφώνει τις τρεις σανίδες σε σχήμα Π και τεντώνει τον μουσαμά πάνω τους με πινέζες. Γέρνει την κατασκευή στον τοίχο και τη στερεώνει κάτω από τη μαρκίζα. Μπαίνει μέσα, κρεμάει τα λαμπιόνια, απλώνει την κουβέρτα, ξαπλώνει και τραβά τις σανίδες προς τον τοίχο, απομονώνοντας το χώρο. Η πλαστική επιφάνεια της χαρίζει ένα παραμορφωτικό παράθυρο με θέα στη λεωφόρο. Χαζεύει τα φώτα των αυτοκινήτων που διαθλώνται πολύχρωμα, το κορμί της βαραίνει και υποδέχεται έναν ύπνο με όνειρα.

Ένα ημερολόγιο τοίχου με στιχάκια, γροθιές που ζυμώνουν, βούτυρο, η μυρωδιά του, κρόσσια σε υφαντό χαλί, ραδιόφωνο που παίζει στα βραχέα, το μπουρί της σόμπας, στάχτη σε τσίγκινο δοχείο, ένα ζευγάρι γκρι γαλότσες, ψηλές, με λάστιχο, μια σακοράφα που τρυπάει τo δέρμα του πτηνού, το αίμα του λαιμού του στην πετσέτα, άσσος σκέτο πάνω σε φορμάικα, βούτυρο, η μυρωδιά του, ένα ριγέ κασκόλ πράσινο-καφέ, μάτια πράσινα-καστανά, μια βραχνή φωνή ίδια με χάδι, τραχιά χέρια, άχνη.

Είναι περασμένα μεσάνυχτα, μια ριπή ανέμου ξεκολλάει μεμιάς τις πινέζες. Ο μουσαμάς πετάει τώρα πάνω απ’ τη Σταδίου, ξυπνάει, τον κοιτάζει που απομακρύνεται, το φευγιό του έχει κάτι γιορτινό ανάμεσα στα φώτα που αναβοσβήνουν και στη σφοδρή ασημένια βροχή. Το κορμί της, ανήμπορο να κουνηθεί, επιστρέφει στη θέρμη του ονείρου, από μακριά ακούγεται μια μουσική –ένα αργό βαλς– και το βήμα της αγέλης που πλησιάζει.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: © Hajdu Tamás. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη