frear

Για την Παπούσα της Βίκυς Κατσαρού – γράφει ο Αντώνης Κ. Πετρίδης

Ποιητικό μνημείο:
για την Παπούσα της Βίκυς Κατσαρού

Με τη δεύτερη ποιητική της συλλογή, που φέρει τον ανοίκειο τίτλο Παπούσα (Αθήνα: Εκδόσεις Ενύπνιον 2021), η Βίκυ Κατσαρού επανεμφανίζεται στα εκδοτικά μας πράγματα με ένα έργο ακόμη πιο σφριγηλό και φιλόδοξο από τα Κεράσια της Εύας, που μας τη συνέστησαν ως αυθεντική και ξεχωριστή ποιητική φωνή πριν από τρία χρόνια (Αθήνα: Θράκα 2018) [1].

Η Παπούσα διατηρεί και εξελίσσει τα θεμελιώδη γνωρίσματα της ποιήτριας, όπως τα πρωτοσυναντήσαμε στα Κεράσια. Πρωτίστως, ο όρος «συλλογή» δεν ακριβολογεί: όπως και τα Κεράσια, η Παπούσα είναι ένα ενιαίο, σπονδυλωτό αφηγηματικό ποίημα σε 3+1 ενότητες [2], στο οποίο δεσπόζει μια κεντρική γυναικεία μορφή, ιστορική στον πυρήνα της, αλλά διακτινιζόμενη προς ποικίλες μυθικές ή μυθοποιημένες κατευθύνσεις. Όπως η Εύα των Κερασιών, έτσι και η Παπούσα προβάλλει ως προμήτωρ της ίδιας της ποιήτριας με τη φωνή της οποίας καταλήγει να ταυτίζεται, σε ένα σχήμα μητρογραμμικής διαδοχής, όπου ιστορικές και μυθικές μορφές αναμειγνύονται ελεύθερα. Η γραφή της Κατσαρού συνεχίζει να είναι στρατηγικά (αλλά όχι πολεμοχαρώς) έμφυλη, η εικονοπλασία της διατηρείται εξίσου εκρηκτική –άλλοτε αισθησιακή, άλλοτε θεολογίζουσα, άλλοτε γήινη, άλλοτε βαθιά μεταφυσική– και ο λόγος της ξεπροβάλλει διαφανής, ώστε να αποκαλύπτεται ένα πολύχρωμο βάθος διακειμένων, λογοτεχνικών, βιβλικών ή άλλων.

Στην Παπούσα, συνειδητά ή μη, η Κατσαρού συντάσσεται με μια τάση της σύγχρονης λογοτεχνίας που γράφεται κυρίως από γυναίκες, η οποία αναπτύσσεται ιδιαίτερα από τις αρχές του τρέχοντος αιώνα στον αγγλοσαξονικό κόσμο, αλλά που όσο γνωρίζω, δεν έχει ριζώσει ακόμη στα ελληνικά γράμματα: πρόκειται για τη «φεμινιστική ποιητική βιογραφία», λογοτεχνική παραφυάδα της αντίστοιχης ροπής στην επιστημονική βιογραφία να συντάσσονται από γυναίκες συγγραφείς βίοι γυναικών, συχνά παραγκωνισμένων ή μέχρι πρότινος ιδωμένων από τη σκοπιά της πατριαρχίας, έτσι ώστε «όχι μόνο να αποκαθίστανται στην ιστορική μνήμη μέχρι τούδε “αόρατες” γυναίκες, αλλά και να διευρύνεται η ίδια η αντίληψή μας ως προς την ιστορική μνήμη» [3].

Bronisława Wajs

«Μια άγνωστη ποιήτρια, εγώ, διασώζει μια άγνωστη ποιήτρια, την Παπούσα», μου γράφει η Κατσαρού σε προσωπική μας επικοινωνία μας. Η φερέτιτλη «Παπούσα», άγνωστη βεβαίως μόνο στα καθ᾽ ημάς, εφόσον στην Πολωνία, και όχι μόνο ανάμεσα στους Ρομά, είναι περιώνυμη, είναι η Μπρονισλάβα Βάις (Bronisława Wajs, 1908-1987) [4]. Τσιγγάνα πολωνικής καταγωγής, σε μια εποχή που η κοινότητά της θεωρούσε ταμπού την εγγραμματοσύνη και έγκλημα καθοσιώσεως την αποκάλυψη στους «γκατζός» (τους μη Ρομά) των ιερών και των οσίων της φυλής [5], η Βάις έμαθε περιπετειωδώς γράμματα και έγραψε ένα μικρό σώμα πολύστιχων, αφηγηματικών ποιημάτων στη γλώσσα των Ρομά, τα οποία διέσωσε και μετέφρασε στα πολωνικά ο ποιητής Γέρζυ Φιτσόφσκι (Jerzy Ficowski, 1924-2006) [6].

Στην ποιητική βιογραφία της Κατσαρού διακρίνονται, κατά το μάλλον ή ήττον καμουφλαρισμένοι, οι βασικοί ιστορικοί πρωταγωνιστές της ζωής της Παπούσα. Αρχικά, οι δύο γυναίκες που τη σφράγισαν: η μάνα, που την ονόμασε «Παπούσα» (Papusza, «κούκλα») [7], και η γιαγιά, η μάνα της μάνας της, που στην εκδοχή της Κατσαρού προβάλλεται περίοπτα, πέραν ίσως των βιογραφικών δεδομένων, επειδή εξυπηρετεί το μητρογραμμικό σχήμα στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω. Ακολούθως, τρεις μοιραίοι άντρες: ο κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερος, καταπιεστικός σύζυγος της Παπούσα Ντιονίζ Βάις (Dionýz Wajs)· ο Γέρζυ Φιτσόφσκι, υπό το προσωπείο του βιολιστή Ιβάν, εραστή της Παπούσα στην εκδοχή της Κατσαρού [8], που την αποκάλυψε ως ποιήτρια στον κόσμο αλλά επίσης –από απροσεξία, αδιαφορία, υστερόβουλο σχέδιο;– την εξέθεσε στη μήνιν της κοινότητάς της· και η Μεγάλη Κεφαλή (Baro Shero ή Shero Rom) των Ρομά, που επέβαλε τον εξοστρακισμό της.

Ο ενημερωμένος αναγνώστης αναγνωρίζει επίσης, κρυμμένα κάτω από τις λυρικές εικόνες και ένα παιγνίδι σύμφυρσης τόπων και εποχών, τα κομβικά γεγονότα της ζωής της Παπούσα: τη γέννησή της εκτός γάμου, που τη σημάδεψε εξ απαλών ονύχων· την επαναστατική της επιλογή να μάθει να διαβάζει και κυρίως να γράφει διαβαίνοντας το κατώφλι από τον προφορικό πολιτισμό της φυλής της στον εγγράμματο κόσμο των «γκατζός»· τον γάμο της με τον βάναυσο αλλά εύπορο Βάις, που ουσιαστικά την αγόρασε από τους γονείς της· τις φρικτές εμπειρίες της από το Ολοκαύτωμα των Πολωνών Ρομά· τη βίαιη σύγκρουσή της με τον κόσμο των ομοεθνών της, που τη θεώρησε υποχείριο του πολωνικού κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο σχεδίαζε και τελικά επέβαλε στους Ρομά την εγκατάλειψη του πατροπαράδοτου νομαδικού τρόπου ζωής· τον νευρικό κλονισμό και τον εγκλεισμό της στο άσυλο· τη μοναχική και αποτραβηγμένη μετέπειτα ζωή της για τρεις και πλέον δεκαετίες, μέχρι τον θάνατό της το 1987.

Τα πιο πάνω, όμως, δεν είναι παρά το εφαλτήριο, για να εξυφανθεί ένα μεγαλόπνοο ποιητικό αφήγημα, που ανάγει την Παπούσα στον μύθο και την καθιστά μορφή ομόλογη της Εύας των Κερασιών. Η Παπούσα της Κατσαρού, όπως και η παλαιά Εύα, δεν είναι παρά η σύγχρονη ενσάρκωση ενός πνεύματος, μιας τελλούριας θηλυκής δύναμης, η οποία διέρχεται τους αιώνες, περνώντας από τη «μάνα» στην «κόρη» και υπερβαίνοντας στο τέλος το ίδιο το βιβλίο εκτεινόμενη προς το μέλλον. Πριν λάβει την υπόσταση της Παπούσα, η Κατσαρού φαντάζεται τη δύναμη αυτή να ενσαρκώνεται σε τρεις γυναίκες αιρετικές, ενοχλητικές, καταραμένες από την πατριαρχία, τρεις γυναίκες που μοιράζονταν με την Μπρονισλάβα Βάις το επιτήδευμα που προέβαλλε μέχρι τέλους ως το πραγματικό επάγγελμά της: αυτό της μάντισσας και της μάγισσας. Οι τρεις μάγισσες που στη φαντασία της Κατσαρού υπήρξαν προϋποστασιώσεις της Παπούσα είναι ιστορικές. Είναι (α) η «Έρσουλα Σάδιλ», όπως την αποκαλεί η Κατσαρού (Ursula Sontheil, γνωστή και ως Μητέρα Σίπτον, Mother Shipton, 1488-1561), η οποία, όπως η Παπούσα, γεννήθηκε εκτός γάμου από άγνωστο πατέρα, εξοστρακίστηκε από την κοινωνία και, ξανά όπως η Παπούσα στη μυθοποιημένη εκδοχή της, φέρεται να προφήτευσε κεντρικά γεγονότα της αγγλικής ιστορίας· (β) η Κατρίν Μονβουαζέν (Catherine Monvoisin, 1640-1680), φαρμακεύτρια και φαρμακολύτρια, όπως η Παπούσα της Κατσαρού· και (γ) η Ιζαμπέλ Γκαουντί (Isobel Gowdie, μάλλον εκτελέστηκε το 1662), που φέρεται να επιδιδόταν σε σατανιστικά και ανθρωποφαγικά όργια στα δάση. Και οι τρεις αυτές μάγισσες τελεύτησαν στην πυρά, όπου συμβολικά ρίχτηκε και η ιστορική Παπούσα (και όπου έριξε και η ίδια μεγάλο μέρος του έργου της). Έμειναν, όμως, «άκαυστες», δηλώνουν στο βιβλίο εμφατικά, αφού ήταν ήδη ένα με τη φωτιά (σσ. 12-14), όπως το έργο και η ουσία της ίδιας της Παπούσα [9]. Η Παπούσα, δηλαδή η διαχρονική και ανακυκλούμενη θηλυκή ουσία που στη δεδομένη συγκυρία έτυχε να λέγεται «Παπούσα», μέσα στα ύδατα και τις φωτιές της ιστορίας, παραμένει η μόνη πραγματικά άσπιλη από το φονικό μίσος των Άσπιλων (ποιητική αναφορά στους Ναζί και την «καθαρή» Αρία φυλή) [10]· η μόνη πραγματικά ανέγγιχτη από τη μεσαιωνική δεισιδαιμονία και τον εσωστρεφή τρόμο των Ανέγγιχτων ομοφύλων της [11] (κατά τη λαϊκή ετυμολογία, που εκμεταλλεύεται η Κατσαρού, ο όρος τσιγγάνος παράγεται από το ἀθίγγανος, α στερητικό + θιγγάνω, αυτός που δεν πρέπει να τον αγγίξεις επειδή μιαίνεσαι) – των Ανέγγιχτων, που, σε μια ειρωνική διαστροφή της ιστορίας, αν και υπήρξαν οι ίδιοι ως γένος θύμα παρόμοιας προκατάληψης από τους «γκατζός» [12], αποβάλλουν ως μολυσμένη την κορυφαία τους ποιήτρια [13].

Καθεμιά από αυτές τις επίσης μυθοποιημένες μάγισσες, η σύντομη «βιογραφία» των οποίων δίδεται στην προλογική ενότητα, που περιγράφει τις διαδοχικές προηγούμενες μετενσαρκώσεις της ουσίας που κατέληξε να λέγεται «Παπούσα» (σσ. 11-15), κληροδοτεί κάτι στην ποιητική της ενσάρκωση. Η Μητέρα Σίπτον προφήτευσε μεταξύ άλλων τη Μεγάλη Φωτιά του Λονδίνου το 1666 (η φωτιά είναι κεντρικό μοτίβο στο βιβλίο), όπως η Παπούσα της Κατσαρού προφητεύει το Ολοκαύτωμα των Εβραίων (σσ. 33-37). Η Μονβουαζέν, το «Σκάνδαλο των Παρισίων» (σ. 11), όπως η Παπούσα ήταν το σκάνδαλο των Τσιγγάνων, βοήθησε τις γυναίκες του Παρισιού να εκδικηθούν με δηλητήριο τους άνδρες που τις ταπείνωναν και τις κακομεταχειρίζονταν [14] (όπως ο Ντιονίσι Βάις την Μπρονισλάβα). Και η Γκαουντί ενώνεται με τα αντρικά σώματα, νεκρά και ζωντανά, με έναν φρενήρη, φρικτό ανθρωποφαγικό αισθησιασμό (σσ. 14-15), η γλώσσα του οποίου ανακαλείται στην περιγραφή της συνεύρεσης της Παπούσα με τον Ιβάν (σ. 32).

Η Κατσαρού επενδύει, επίσης, την κάθε μάγισσα, με μια χρωματική «ετικέτα»-ποιότητα: η «φιλάνθρωπη» Μητέρα Σίπτον (σ. 14) είναι το λευκό· η σκοτεινή Μονβουαζέν είναι το μαύρο· και η παθιασμένη, φλογερή Γκαουντί είναι το κόκκινο. Τα τρία χρώματα ορίζουν διαδοχικά και τα στάδια της ζωής της Παπούσα (και αντιστοιχούν στο χρώμα της δαντέλας που φοράει κάθε φορά). Το λευκό της παιδικής αθωότητας (σσ. 17-20: από την ενσάρκωση της Παπούσα μέχρι την πρώτη της επαφή με το μαύρο του θανάτου)· το μαύρο της εχθρότητας των ομοφύλων και της αρρώστιας (σσ. 20-29: στην ενότητα αυτή ενσωματώνεται η περιγραφή ενός μυθοπλαστικού λοιμού, που κατά την πρακτική της σύντηξης των χρονικών επιπέδων που ακολουθεί συστηματικά στο βιβλίο η Κατσαρού τοποθετείται χρονικά περίπου 100 χρόνια πριν από τη γέννηση της Παπούσα και αντιστοιχεί επακριβώς στη σύγχρονη πανδημία του COVID-19, που ξεσπά περίπου 100 χρόνια μετά)· το κόκκινο του ερωτικού πάθους, της προδοσίας, του εξοστρακισμού, της τρέλας της και της συμβολικής καύσης της Παπούσα στην πυρά (σσ. 29-38: οι ενότητες του μαύρου και του κόκκινου δεν διαχωρίζονται, όπως αλλού, από τυπογραφικό κενό, ένδειξη ότι πρέπει να εκληφθούν ως ένα, αδιαχώριστο σύνολο)· και τέλος το λευκό του θανάτου από την πείνα και τα κρεματόρια των Άσπιλων, της ποιητικής σιωπής, των γηρατειών, του θανάτου, αλλά και της ελπίδας για αναγέννηση που γεννά η επιστροφή του Σαούλ (σσ. 40-44). Με το κλασικό εβραϊκό όνομα «Σαούλ» η Κατσαρού μάλλον υπαινίσσεται, εκτός από την αναγέννηση του εβραϊκού έθνους μέσω του Ισραήλ, και τη συνδρομή ίσως μιας κοινής Εβραίας μανάβισσας στη διαιώνιση της ίδιας της Παπούσα, της μανάβισσας που έμαθε γράμματα στη νεαρή Μπρονισλάβα με αντάλλαγμα μικροπράγματα που η νεαρή έκλεβε και της πήγαινε για πληρωμή, στη διαιώνιση του ονόματος και του έργου της.

Όπως και τα Κεράσια, η Παπούσα κλείνει με έναν τρισέλιδο επίλογο (σσ. 45-47), στον οποίο «η φωτιά» της Παπούσα δείχνει να «σβήνει επιτέλους». Καθώς, όμως, η υλική γυναίκα –συγκυριακή ενσάρκωση, επαναλαμβάνουμε, μιας δύναμης που την υπερβαίνει– πορεύεται προς το τέλος, ενεργοποιείται εκ νέου ο μηχανισμός για τη συνέχιση του κύκλου εις αιώνας αιώνων: στο τέλος της πορείας της Παπούσα στην Κοιλάδα της Σκιάς του Θανάτου (Ψαλμός 23.24: η Παλαιά Διαθήκη είναι τα υπόγεια ύδατα και αυτής της συλλογής της Κατσαρού, όπως και στα Κεράσια, όπου λόγω θέματος δέσποζε), την Παπούσα συναντούν η Γιαγιά και η Μάνα της. Η φωτιά κάποτε σβήνει, αλλά το νερό στα ποτάμια και τις πηγές που σφράγισαν την περιπλανώμενη ζωή της Παπούσα κυλάει ανακυκλούμενο αιώνια. Με το νερό, δηλαδή την ίδια τη ζωή και τον κύκλο της [15], παρομοίασε η Παπούσα τον εαυτό της στην αφετηρία του βιβλίου. Οι πιο κάτω στίχοι επαναλαμβάνονται ακολούθως τακτικά ως leitmotiv:

Το νερό πίσω δεν κοιτά, ρέει κλωστή ασημένια,
στις φλέβες μου, στον ήχο των ματιών μου,
στις τρίχες των μαλλιών,
το νερό κλωστή ασημένια και πίσω δεν κοιτά,
πάντοτε δραπέτης,
περιπλανιέται αιώνια,
βράχος κανείς δεν γίνεται πατρίδα του, κελί του,
το νερό τρέχει και πίσω δεν κοιτά.

«Οι τρεις μάγισσες», μου γράφει η Κατσαρού σε ιδιωτικό σημείωμα, «είναι για μένα τα πρώιμα στάδια του εαυτού, γι᾽ αυτό τις συνδέω με τη φωτιά. Έχουν όλη την ένταση που έχει ο εαυτός όταν ακόμα είναι ακατέργαστος. Η Μπρονισλάβα είναι η τελευταία ενσάρκωση και εκείνη που οδηγεί στην ολότητα» – που δεν επιτυγχάνεται πλήρως παρά με την (επαν)ένωση με τη Μεγάλη Μητέρα. Στη μητέρα της αφιερώνει η Κατσαρού και το βιβλίο. Τα Κεράσια τα είχε αφιερώσει στη γιαγιά της.

Η διαιώνιση της Παπούσα υλοποιείται και μεταποιητικά στο βιβλίο της κατσαρού, στο οποίο ενσωματώνονται, περισσότερο ή λιγότερο διασκευασμένοι, στίχοι από το ίσιο το έργο της Μπρονισλάβα Βάις. Η Κατσαρού οικειοποιείται τη φωνή της Παπούσα, με την οποία συγχωνεύεται η δική της. Το βιβλίο το ίδιο είναι ένα ποιητικό μνημείο στην ουσία της αλλά και μια οιονεί νέα μετενσάρκωσή της [16].

Κάπως τολμηρά, στο κείμενο που έγραψα για τα Κεράσια το 2018, διέβλεψα ότι ποιητικά η Κατσαρού είναι «the real thing». Η Παπούσα με δικαιώνει πλήρως.

Σημειώσεις

1. Για την πρώτη συλλογή της Κατσαρού, βλ. Α. Κ. Πετρίδης, «The real thing: Για την ποιητική συλλογή της Βίκυς Κατσαρού, Τα κεράσια της Εύας», Κύπρονδε: Παρεμβάσεις στη σύγχρονη κυπριακή (και ελλαδική) λογοτεχνία και το θέατρο, Λευκωσία: Εκδόσεις Άνευ 2019, σσ. 111-22 (πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Fractal). Επιπλέον κριτικές για τα Κεράσια της Εύας βρίσκονται συγκεντρωμένες στον ιστότοπο Βιβλιοnet.

2. Ο τρόπος που δομείται η Παπούσα σχεδόν σαν μουσική σύνθεση αντιστοιχεί σχεδόν επακριβώς με εκείνον των Κερασιών, βλ. Πετρίδης, ό.π., σσ. 111-112.

3. S. Alpern κ.ά. (επιμ.), The Challenge Feminist Biography: Writing the Lives of Modern American Women, Urbana, Illinois: University of Illinois Press 1992, σ. 6. Για την ποιητική βιογραφία γυναικών που γράφεται υπό φεμινιστική προοπτική βλ. μεταξύ άλλων: J. Wilkinson, «Experiments in poetic biography: Feminist threads in contemporary long-form poetry», Biography Vol. 39. 1 (ειδικό τεύχος: The Verse Biography), 1-22. Από τα έργα που αναφέρει η Wilkinson, ιδιαίτερα συναφής με το εγχείρημα της Κατσαρού είναι η ποιητική «βιογραφία» της Σύλβια Πλαθ από τη Stephanie Hemphill (Your own, Sylvia, 2007).

4. Όσο μπόρεσα να διαπιστώσω, λεπτομερείς βιογραφίες και κριτικές αναλύσεις του έργου της Βάις υπάρχουν κυρίως στα πολωνικά. Τους βασικούς άξονες της ζωής και του έργου της συνοψίζει εύχρηστα ο J.-Y. Potel, «Papusza, poète tsigane en Pologne communiste», στο Roms, Tsiganes, Nomades: Un malentendu européen, επιμ. C. Coquio και J.-L. Poueyto, Παρίσι: Karthala 2014, σσ. 594-628. Αγγλόφωνες πληροφορίες εντοπίζει κανείς επίσης στον ιστότοπο του πολωνικού υπουργείου πολιτισμού, ενώ και το σχετικό άρθρο στη Wikipedia είναι αξιόπιστο και μεστό. Ιδιαίτερα αισθαντική είναι η κινηματογραφική ταινία Papusza των Joanna Kos-Krauze και Krzysztof Krauze (2013). Δείγματα του έργου της Παπούσα μεταφρασμένα στα αγγλικά και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο. Ελληνική μετάφραση, όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει.

5. Για τα νομικά ήθη και παραδόσεις των Ρομά, βλ. τη συναγωγή μελετών που επιμελήθηκε ο W. O. Weyrauch, Gypsy Law: Romani Legal Traditions and Culture, Μπέρκλυ, Λος Άντζελες και Λονδίνο 2001.

6. Ο Φιτσόφκσι, καταδιωκόμενος ο ίδιος από τη μυστική αστυνομία, έγινε αποδεκτός από τους Ρομά και έζησε ανάμεσά τους για πολλά χρόνια μαθαίνοντας τη γλώσσα και τις συνήθειές τους. Αποτέλεσμα των παρατηρήσεών του ήταν ένα βιβλίο που κατέστη βασικό έργο αναφοράς για την πολωνική κοινότητα των τσιγγάνων: J. Ficowski, The Gypsies in Poland: History and Customs, αγγλ. μτφρ. Eileen Healey, Βαρσοβία: Interpress, 1990. Θεμελιώδες για την κατανόηση των κοινωνιών των Ρομά είναι και το βιβλίο της Isabel Fonseca, Bury Me Standing: The Gypsies and Their Journey, Νέα Υόρκη: Vintage Books, 1995.

7. Παπούσα, σ. 16: « “Παπούσα σε λένε από δω και πέρα”, / είπε και με φίλησε στο μέτωπο, / “στείρα για χρόνια ήμουν, κι άτυχη, μα εδέησε ο Θεός μας / κι άνθισε η μήτρα μου εσένα, κοριτσάκι”. Παπούσα. / Κούκλα στη γλώσσα των τσιγγάνων, της φυλής μας. / Δεν φάγαμε αντίδωρο εκείνη τη χρονιά. / Καταραμένη νόμιζαν πως είμαι, / γεννημένη από ανύπαντρη γυναίκα».

8. Όσο γνωρίζω, δεν μαρτυρείται ότι υπήρξε ερωτική σχέση ανάμεσα στην ιστορική Παπούσα και τον Φιτσόφκσι.

9. Παπούσα, σσ. 9, 11: «Γεννήθηκα ένα ποτάμι ακόρεστης φωτιάς… Πίσω στην πλάτη μου έπλεξαν τα χέρια / και με δέσανε στον πάσσαλο απ’ τα μαλλιά μου. / Φωτιά ήμουν, στη φωτιά επέστρεψα, / φωτιά ξανά να γίνω».

10. Παπούσα, σ. 40: «Κι οι γέροντες, μ’ επίγνωση / ότι το τέλος μας είχα προφητέψει, / γύρω μου μαζεύονταν τα βράδια / και στα πουλιά προσευχόμασταν / τουλάχιστον ο Θεός να σώσει τα παιδιά μας. Τους γκατζός μπερδέψτε, τυφλώστε τους, / σαν τις οχιές να τους πατήσετε. / Θεέ μου, πόσο όμορφο να ζεις! / Οι Άσπιλοι δεν θα μας αφήσουν…».

11. Παπούσα, σσ. 18-19: «Να τοι οι τσιγγάνοι, / εμείς του θανάτου οι ανέγγιχτοι, / το καραβάνι του Θεού, / της γης περιπλανώμενοι, με τις χούφτες μας τρώμε τη ζωή απ’ τα ποτάμια, / τα σύδεντρα, τους αμπελώνες, / τα λιβάδια, τις χρυσές πεδιάδες / με τα χρυσά τα δόντια μας, / τα μακριά τα νύχια μας / και τις μαύρες τις πλεξούδες, / πρώτοι στον κόσμο μάθαμε / εκείνο που οι υπόλοιποι αγνοούν, / το σπιτικό μας κουβαλάμε. Όρθιο ή ρημαγμένο».

12. Παπούσα, σ. 25: «Απόκληροι των γκατζός από πάντα ήμασταν…».

13. Παπούσα, σ. 39: «Στο σπίτι μου κλεισμένη τρεις μήνες και μέρες δέκα, / γιατί το φουστάνι μου φοβόνταν / απ’ το φαΐ τους μην περάσει, / τότε το φαγητό να φαγωθεί δεν έπρεπε, ήταν μολυσμένο».

14. Πρόκειται για το περίφημο Affair des Poisons, για το οποίο βλ. συνοπτικά το λήμμα στη διαδικτυακή έκδοση της εγκυκλοπαίδειας Larousse.

15. Η άρνηση του θανάτου είναι το κυριότερο δίδαγμα που έχει να προσφέρει η Παπούσα στις γυναίκες που καταφεύγουν κοντά της για παραμυθία την εποχή του Λοιμού: «Στις 3 του Δεκέμβρη του 1813, / μια γυναίκα έκλαιγε και ούρλιαζε μπροστά μου, / την Ελευθερία έδειχνε / και μου ’λεγε ο θάνατος πως είναι. / “Πώς θάνατο αποκαλείς το όριο πέρα απ’ το οποίο παύουν τα δεινά μας; / Πώς θάνατο καλείς τη γαλήνη εκείνη / προτού να γεννηθούμε; / Δεν υπάρχει τίποτα στον νεκρό να λυπηθείς / παρά μονάχα σ’ όσους να γεννηθούν τους μέλλει. Το μη αισθητό δεν γεννά τίποτα το αισθητό / για να τρομάζεις” ».

16. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να διαβάσει πέντε επιπλέον κριτικές προσεγγίσεις της Παπούσα στον ιστότοπο Βιβλιοnet.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Lara Zankoul. Δείτε τα περιεχόμενα του πέμπτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: