frear

Στου Γκύζη – της Μάιρας Λάττα

«Σου το είχα πει, ρε συ, μην το ζορίζεις στην ανηφόρα» κλαψούρισε ο Αλέκος και έλυσε την ζώνη του, «άντε μαλάκα, τι με κοιτάς; Βγες να το πάρω εγώ» έκανε να ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού. «Τι κάνεις ρε Αλέκο; Πας καλά; Κάτσε στη θέση σου, θες να σε κόψει καν’ αμάξι; Κλείσε την πόρτα ρε γαμώτο!» τον τράβηξε απότομα από το μανίκι ο Μάρκος και προσπάθησε να βάλει μπρος για τρίτη φορά. Του κάκου όμως. Η μίζα ξερόβηξε μπουκωμένη και το κόκκινο Suzuki Alto του Αλέκου παρέμεινε καθηλωμένο μπροστά στο πράσινο φανάρι της ανηφόρας Μπουκουβάλα στου Γκύζη. Τα πίσω αμάξια άρχισαν με μανούβρες την προσπέραση, ενώ οι οδηγοί έβριζαν και μούτζωναν με μανία τους τρεις επιβάτες.

«Καλά εδώ θα γίνει ο τάφος μας, θα το δείτε!» αναστέναξε ο Αλέκος και κοίταξε με τρόμο τριγύρω. «Δικιά σου ιδέα ήταν να αποφύγουμε την Αλεξάνδρας για να μας χάσουν στα στενά του Γκύζη, βλάκα! Και να μην κατέβαζες δώδεκα μπύρες, να οδηγούσες εσύ το κωλοάμαξό σου!» φώναξε ο Μάρκος πανικόβλητος. «Αφού σου το είπα ρε, ο συμπλέκτης πατινάρει γιατί ο δίσκος θέλει άλλαγμα. Έπρεπε να έχεις το νου σου, τι το γκάζωνες σαν τρελός;» διαμαρτυρήθηκε ο Αλέκος. «Τον μαλάκα τον Τάκη… ναι ρε, για σένα λέμε» φώναξε ο Μάρκος κοιτάζοντας από τον καθρέφτη στο πίσω κάθισμα. «Στο πέναλτι επάνω, τι το ’θελες να φτύσεις τον μπάτσο κατάμουτρα ρε; Εσύ φταις ρε που μας πήραν στο κυνήγι! Κυριακάτικα, την Παναγία μου μέσα!» ξεφύσησε ο Μάρκος δείχνοντας τον Τάκη στο πίσω κάθισμα. «Καλά ρε μαλάκα, κοιμάσαι!;» ούρλιαξε ο Αλέκος γυρνώντας προς τα πίσω. «Όπα, όπα, τι φωνάζετε ρε παίδες;» ακούστηκε ο Τάκης αγουροξυπνημένος. «Καλά ρε μαλακά, πόσους μπάφους ήπιες;» ρώτησε ο Μάρκος. «Ξέρω’ γω ρε συ… στο γήπεδο περίπου τρεις-τέσσερις και μετά έστριψα έναν στο αμάξι από το άγχος μου… ξέρω ’γω ρε σεις…».

Έξω βράδιαζε. Η κίνηση και οι κόρνες πολλαπλασιάζονταν, ενώ είχαν αρχίσει να μαζεύονται διάφοροι περαστικοί. «Ε, παιδιά θέλετε βοήθεια;» ρώτησε κάποιος. Μέσα στο σαράβαλο, οι τρεις νεαροί άντρες συνέχιζαν να φωνάζουν και να χειρονομούν ο ένας στον άλλον. Ξαφνικά ακούστηκαν σειρήνες καθώς ένα περιπολικό προσπαθούσε να πλησιάσει στο σημείο.

«Οι μπάτσοι ρε, είναι πίσω μας!» είπε ο Τάκης, «τι θα κάνουμε;»

«Μάγκες, κάντε την γρήγορα» απάντησε ο Αλέκος, «εγώ δεν μπορώ να φύγω, θα με σκοτώσει ο πατέρας μου αν γυρίσω χωρίς το Suzuki!»

«Μα έχεις πιει ρε Αλέκο, θα σε δέσουν αν σου κάνουν αλκοτέστ» είπε ο Μάρκος.

«Ρε, τρεχάτε γρήγορα, κάτι θα βρω να πω, άσε που με όλη την φάση έχω ξενερώσει τελείως!»

«Καλώς μάγκες, εγώ την κάνω! Έχω και τον μπάφο πάνω μου, κρίμα είναι να τον κατασχέσουν και να τον πιούν οι μπάτσοι. Τα λέγαμε!» είπε ο Τάκης και πετάχτηκε έξω από το αμάξι.

«Άντε σειρά σου, ξεκουμπίδια» φώναξε ο Αλέκος και βγήκε απ’ τ ’αμάξι.

Ο Μάρκος άνοιξε την πόρτα του και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Αλέκο. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα.

Όταν τρέχοντας έστριψε αριστερά στη Μομφεράτου, πρόλαβε να διακρίνει δεξιά, πίσω του, στα εκατό μέτρα, ένα σταματημένο περιπολικό. Δύο αστυνομικοί και στηνμέση ένας άντρας με χειροπέδες. Τον έσπρωχναν να μπει μέσα στο όχημα, μανουβράροντας το κεφάλι του μην χτυπήσει στην πόρτα. Ο άντρας φορούσε το αγαπημένο μαύρο adidas fleece του Τάκη, ενώ οι τρεις λευκές ρίγες κατά μήκος των μανικιών του φωσφόριζαν σαν διαστημόπλοια στο σκοτάδι.

Ο Μάρκος συνέχισε να τρέχει. Κατηφόρισε την Κυρίλλου Λουκάρεως και σε δύο λεπτά ξαναβγήκε στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Τρέχοντας ασταμάτητα πέρασε τον Άρειο Πάγο και έστριψε αριστερά στη Δημητσάνας. Βρέθηκε έξω από το νοσοκομείο του Αγίου Σάββα και κοντοστάθηκε ασυναίσθητα. Κοίταξε πίσω του. Κανείς. Έφτυσε και διέσχισε το προαύλιο μέχρι την είσοδο του κτηρίου Β. Μπήκε και κοίταξε αν ο κος Θύμιος ήταν στην ρεσεψιόν. Όχι δεν ήταν. Θυμήθηκε πως δεν δούλευε τις Κυριακές. Ανέβηκε με τις σκάλες στον δεύτερο όροφο και στάθηκε έξω από την κλειστή πόρτα του δωματίου 324. Πήρε δύο βαθιές ανάσες και χτύπησε την πόρτα. Δεν απάντησε κανείς. Άνοιξε αργά και κοίταξε μέσα. Ήταν άδειο και σκοτεινό. Διέκρινε το οικείο κρεβάτι στα δεξιά του τεράστιου παραθύρου. Στις μύτες των ποδιών του κατευθύνθηκε προς τα ’κει. Έβγαλε τα παπούτσια και ξάπλωσε εκεί από όπου είχε φύγει ο πατέρας του πριν δυο χρόνια. Μόνο τότε κατάφερε να ηρεμήσει και να τον πάρει ο ύπνος.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Jeffrey Smart. Δείτε τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: