frear

Χωρίς Χρόνο – της Ασημίνας Νικηφορίδου

Είχε αργήσει και έτρεχε να προλάβει. Έτρεχε σαν παλαβός. Μα πώς είχε καταφέρει να αργήσει για μια ακόμα φορά; Πώς είχε καταφέρει να αργήσει σε ένα τόσο σημαντικό meeting; Αυτό θα ήταν η σταγόνα που θα ξεχείλιζε την υπομονή της προϊσταμένης του. Τον τελευταίο καιρό οι επιπλήξεις πήγαιναν κι έρχονταν. Όχι πως είχε άδικο η κυρία Ευανθία, κάθε άλλο. Η απόδοση του στη δουλειά είχε μειωθεί , το μυαλό του ταξίδευε συνεχώς και με δυσκολία μπορούσε να το συγκρατήσει στις καθημερινές υποχρεώσεις της δουλειάς. Αυτός που κάποτε είχε υπάρξει ένας από τους καλύτερους υπαλλήλους της εταιρείας, τώρα έβλεπε το μυαλό του σιγά σιγά να μην υπακούει. Ένιωθε μεγάλη ντροπή που ήταν αναγκασμένος στην ηλικία του να δέχεται τις επιπλήξεις της κυρίας Ευανθίας, η οποία είχε τα μισά του χρόνια.

Αλλά η κυρία Ευανθία δεν είχε άδικο να τον επιπλήττει σχεδόν καθημερινά, η απόδοση του είχε πέσει κατακόρυφα και σχεδόν τον θεωρούσαν μη απαραίτητο στην εταιρεία. Και αυτό που ήξερε καλά και που ίσχυε σε κάθε εργασιακό χώρο ήταν πως πρέπει να είσαι απαραίτητος, πρέπει να σε έχουν ανάγκη και ένιωθε πια πως ούτε απαραίτητος ήταν, ούτε ανάγκη τον είχαν. Και τώρα, που είχε την ευκαιρία να γίνει για άλλη μια φορά απαραίτητος, να γίνει ξανά αναγκαίος σε εκείνους, να μην κινδυνεύει η θέση του, τώρα είχε αργήσει να ξυπνήσει. Αυτό το meeting ήταν η τελευταία ευκαιρία του να αποδείξει την αξία του.

Ήταν τυχερός που δεν βρήκε πολλή κίνηση και που δεν προκάλεσε κάποιο ατύχημα έτσι όπως έτρεχε για να προλάβει. Έβαλε το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, δυο τετράγωνα μακριά από την εταιρεία, δεν είχε χρόνο για χάσιμο, άρχισε να τρέχει και τότε τον είδε. Πώς του ήρθε να κοιτάξει προς τα πάνω, τι ήταν εκείνο που τον ώθησε να στρέψει τα μάτια του προς εκείνο το μπαλκόνι, είναι μυστήριο. Τον είδε στην άκρη του μπαλκονιού, έξω από τα κάγκελα να κοιτάζει τον δρόμο, να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του να πηδήξει ή να μην πηδήξει, ποιος ξέρει! Προς στιγμήν σταμάτησε το τρέξιμο και κοίταζε παγωμένος. Ο δρόμος ήταν άδειος και μόνο εκείνος ήταν εκεί και έβλεπε τον άνθρωπο να διαπραγματεύεται την πτώση του. Σκέφτηκε να κάνει κάτι, να καλέσει βοήθεια, να ειδοποιήσει την αστυνομία, την πυροσβεστική, όποιον καλούν σε τέτοιες περιπτώσεις. Αλλά κοίταξε το ρολόι, η ώρα είχε ήδη περάσει και το meeting είχε ήδη ξεκινήσει. Πέρασαν, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, δεκάδες σκέψεις από το μυαλό του. Σκέφτηκε την ηλικία του, το πόσο δύσκολο θα ήταν να βρει δουλειά, το πως αν έχανε αυτήν την ευκαιρία να ξαναγίνει χρήσιμος στην εταιρεία θα τον απέλυαν, σκέφτηκε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, το ενοίκιο που έτρεχε, τα έξοδα που δεν σταματούσαν, σκέφτηκε τις επιπλήξεις της κυρίας Ευανθίας σε εκείνον που είχε τα διπλάσια της χρόνια και ξεκίνησε να τρέχει ξανά, «κάποιος άλλος θα τον δει, εγώ δεν προλαβαίνω» σκέφτηκε και ντράπηκε για αυτή του τη σκέψη. Έφτασε στην εταιρεία μόνο με μισή ώρα καθυστέρηση και είπε ψέματα πως βρήκε κίνηση, πολλή κίνηση. Πάλι δεν κατάφερε να είναι συγκεντρωμένος και να αποδώσει όσο θα ήθελε. Πάλι το μυαλό του έτρεχε, αυτή την φορά στον άντρα που ήταν έτοιμος να πέσει στο κενό ενώ εκείνος προτίμησε να μην κάνει το παραμικρό για να τον σώσει. Εκείνος είχε αργήσει, δεν είχε χρόνο να σώσει κανέναν, ούτε καν τον εαυτό του.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: