frear

Για τις «Γόνιμες μέρες» της Τζούλιας Γκανάσου – γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

Μια πορεία προς την αρχή
[ένας ενήλικος τοκετός]

Τζούλια Γκανάσου, Γόνιμες μέρες, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2021.

Ζούσαμε σε ένα σιωπηλό σπίτι.
Σε ένα σπίτι όπου έκλεβαν μνήμες.
Μεγαλώσαμε σε μια σιωπηλή εποχή.
Χωρίς ιστορίες, χωρίς Ιστορία, κενή.
Κρυμμένοι πίσω από οθόνες.
Ζωσμένοι σε οθόνες.
Μια εποχή παγερή (σ. 63)

Με αφετηρία αυτές τις λέξεις που για μένα λειτουργούν ως προμετωπίδα και πλαίσιο όλου του βιβλίου, θα επιχειρήσω να διατυπώσω με τρόπο όσο το δυνατόν πιο νηφάλιο –αν και γράφω εν θερμώ αμέσως μετά το τέλος της ανάγνωσης– κάποιες σκέψεις για την έξοχη αυτή νουβέλα, από τις πιο ενδιαφέρουσες και αξιανάγνωστες των τελευταίων ετών.

Δεκαπέντε χρόνια από το πρώτο της βιβλίο (Σε μαύρα πλήκτρα), η Τζούλια Γκανάσου έχει διανύσει, το δίχως άλλο, μια αξιοσημείωτη πορεία στα λογοτεχνικά μας πράγματα κι έχει ήδη αφήσει ισχυρό το αποτύπωμα της γραφής της.

Στο πιο γόνιμο σημείο της συγγραφικής διαδρομής της, προσφέρει στον αναγνώστη το κορυφαίο ίσως μέχρι στιγμής έργο της, τη νουβέλα Γόνιμες μέρες, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γκοβόστη, εκδοτικό οίκο με τον οποίο συνεργάζεται από την αρχή.

Θα ήταν κουραστικό να κάνω μια ανακεφαλαίωση τής μέχρι τώρα πορείας της, όμως είναι άκρως σημαντικό να ειπωθεί πως η συγγραφέας εξακολουθεί να γράφει πάντα το ίδιο το βιβλίο της ζωής της, κάθε φορά προσθέτοντας και κάποιο άλλο κεφάλαιο. Πιο συγκεκριμένα, ξαναδιαβάζοντας τους Γονυπετείς για τις ανάγκες αυτού του σημειώματος, διαπιστώνω πως ο υπότιτλος της προηγούμενης νουβέλας της «Μια πορεία προς την αρχή» αποτελεί την άκρη του νήματος που δένει την πλοκή στις Γόνιμες μέρες, πάντα με τον ρευστό και αμφίσημο τρόπο της συγγραφέως, όπου τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Αν σε πρώτο επίπεδο διαβάζουμε την ιστορία ενός φύλακα αρχαιοτήτων ο οποίος εμπλέκεται σε μια σκοτεινή υπόθεση εμπορίας αρχαιοτήτων και άλλων κειμηλίων και τώρα βρίσκεται σε κώμα στο δωμάτιο κάποιου νοσοκομείου, με τους συγγενείς να μπαινοβγαίνουν προκειμένου να αποφασίσουν για την έκβαση της ζωής του, σε δεύτερο επίπεδο πρόκειται για μια πολυεπίπεδη αλληγορική ιστορία επιστροφής στην αρχέγονη μήτρα και αναζήτησης της αληθινής Ιστορίας πρώτα απ’ όλα της προσωπικής μας και παράλληλα της ευρύτερης αυτού του κόσμου. Ένα ταλαιπωρημένο σώμα θυμάται, τη στιγμή που η ρεαλιστική αφετηρία της ιστορίας διαρκώς υπονομεύεται από το ονειρικό στοιχείο.

Με το λογοτεχνικό εύρημα της χορήγησης ενός φαρμάκου στον εγκέφαλο του ασθενούς, το οποίο ενεργοποιεί την αχαρτογράφητη περιοχή της πρώιμης μνήμης των πέντε πρώτων χρόνων της ζωής του, ο κατάκοιτος άντρας επιστρέφει στο σημείο μηδέν της ύπαρξής του, στη ζωική έκφανση του βίου του, όταν ζούσε ακόμα η μητέρα του, το πρόσωπο της οποίας αναζητούσε όλα τα χρόνια της ζωής του χωρίς να το γνωρίζει, ζώντας με τη θεία του την οποία του επέβαλαν να αναγνωρίζει σαν την πραγματική μητέρα του. Αυτό το πέπλο του ζωτικού ψεύδους επιχειρεί να τραβήξει ο πρωταγωνιστής αλλά και ο αναγνώστης της νουβέλας, θυμίζοντάς μας ότι ο άνθρωπος πρωτίστως είναι σώμα και όχι έχει σώμα, «ένα σώμα και μια ψυχή». «Σώσε με, μάνα, πες μου ένα μυστικό. Ποια χρώματα επέλεγα, ποιες γεύσεις κυνηγούσα, πού αγωνίστηκα πολύ και πότε κιότεψα, τι αγάπησα, αλήθεια, πες μου, τι μισούσα…» (σ. 129). Ο ομοδιηγητικός αφηγητής αναζητά λοιπόν, με τρόπο επώδυνο, «τη μέθη της πρώτης ζωής», την αυλή του πρώτου του σπιτιού, το πρόσωπο της αληθινής μητέρας του, την καταγωγική μου μήτρα απ’ όπου βίαια αποκόπηκε, προκειμένου να συνειδητοποιήσει ποιος πραγματικά είναι κάτω από τα ψεύδη –πλάνες και απώλειες– που η μικρή και η μεγάλη κοινωνία κατασκευάζει επιθέτοντάς τα πάνω στη μνήμη μας. Πάντα είναι πιο εύκολο και βολικό να ξεχνάμε παρά να θυμόμαστε. «Είναι, σίγουρα, απλούστερο να μνημονεύουμε ό,τι και όπως μας εξυπηρετεί» (σ. 89). Όλα τελικά είναι κατασκευές, λέει σε πολλά σημεία με τρόπο εμφατικό η Γκανάσου. «Κατάγομαι από τη σάρκα σου. Κατάγομαι από το ύφος των ματιών σου. Κατάγομαι από τα ξέφτια σου. Κατάγομαι από το βάθος των καημών σου. Κατάγομαι από το έθνος, απ’ τον πόλεμο, από την εποχή, την ενοχή, τη μοναξιά, τη λησμονιά, τη μνήμη. Προέρχομαι από τον πατέρα μου. Προέρχομαι απ’ ό,τι μου έχει απομείνει» (σ. 129). Κι όμως είναι το ανδρικό φύλο, ως πατριαρχική φιγούρα, εκείνο που κάνει τα πάντα για να σκοτώσει τη βαθιά ανθρώπινη (δεν έχει σημασία το φύλο) πλευρά του εαυτού μας. «Ωστόσο, [ο πατέρας] δεν αφάνισε μόνο τη μητέρα μου τότε: εγκατέλειψε μια σημαντική εκδοχή του εαυτού εκεί, μια καίρια εκδοχή του παιδιού του» (σ. 89).

Η αφήγηση της Γκανάσου διαρκεί όσο διαρκεί και η περιπέτεια του πρωταγωνιστή στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Βαίνοντας προς το τέλος της αναζήτησής (του νοερού ταξιδιού, καλύτερα) του, ο αφηγητής-πρωταγωνιστής, ακούει –δεν βλέπει– όλο και πιο έντονα τη φωνή της μητέρας του, αναγνωρίζοντας τη δική του φωνή, τη δική του ταυτότητα. «Θα εξακολουθήσω να υπάρχω μέσα από όσα έχω αφήσει για σένα, μέσα από εσένα» (σ.132). Κι αν στη ζωή του συναντούσε συνέχεια πλάτες, ακόμα και την πλάτη της πρώτης του αγάπης με τις πολλές ελιές, ουσιαστικά την πλάτη της μάνας του έβλεπε, τη στιγμή που εκείνη έγερνε στο πλευρό καθώς αποδημούσε. Γιατί οι πλάτες, ως συνεκδοχή του σώματος, αποτελούν τα σημεία εκείνα που σημασιοδοτούν την προσωπική αλλά και τη συλλογική Ιστορία της ζωής μας, που τόσο έχουμε ανάγκη να γνωρίζουμε, προτού ο κόσμος μας χαθεί για πάντα, προτού μάς αναγκάσουν να ξεχάσουμε τη χοϊκή, την ενστικτώδη μας φύση, έγκλειστοι διά βίου σε ένα σώμα που δεν το ορίζουμε. «[Οι πλάτες] μιλάνε για την μοναδικότητα ενός τόπου, ενός λαού, μιας εποχής, μιας ύπαρξης προτού βγούμε στο φεγγάρι ή στον Άρη ή όπου αλλού βρεθούμε όταν θα είναι, πλέον, ακατοίκητη η Γη».

Η ιστορία της Γκανάσου υπηρετείται από τη σοφή χρήση της γλώσσας αλλά και την επιλογή και χρήση των κατάλληλων αφηγηματικών τεχνικών. Οι θρυμματισμένοι εσωτερικοί μονόλογοι είτε του άντρα είτε της μητέρας του είτε των υπόλοιπων προσώπων συνιστούν θεατρικές κορυφώσεις μιας σπουδαίας γραφής, με λέξεις συναρμολογημένες μουσικά και ποιητικά, με έναν έξοχα δοσμένο ασθματικό ρυθμό που σε κανένα σημείο δεν εκπίπτει σε λυρική εκζήτηση.

«Άγριο να μη θυμάσαι.
Άγριο να θυμάσαι τα μισά.
Άγριο να τα θυμάσαι όλα.
Ή λυτρωτικό;
Αδύνατον;» (σ. 66)

Γι’ αυτό το βιβλίο, είμαι σίγουρος, θα ειπωθούν πολλά, και τώρα και στο μέλλον. Ωστόσο, η απόλαυση της πρώτης ανάγνωσης θα με συνοδεύει για πολύ καιρό –οι τρεις τελευταίες σελίδες του ενήλικου τοκετού, από τις καλύτερες που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Εύχομαι ολόψυχα όχι μόνο να διαβαστεί με τη δέουσα προσοχή, αλλά και να μεταφραστεί.

«Βγαίνω απ’ τη μήτρα. Επιλέγω να δακρύζω, αλλά να τρώω ζεστό ψωμί. Προτιμώ να ηττώμαι, μα να βλέπω τον ουρανό κάθε πρωί. Επιθυμώ να βαδίζω κι ας μη φτάνω. Υπόσχομαι να μιλάω στη σκιά μου κι ας μην είναι ζωντανή» (σ. 140).

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: German Lorca. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly