frear

Μια ιστορία της εβραϊκής διανόησης – γράφει ο Μύρων Ζαχαράκης

Μια ιστορία της εβραϊκής διανόησης, από την εποχή του αντισημιτισμού ως τις μέρες μας

Enzo Traverso, Το τέλος της εβραϊκής νεοτερικότητας, Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2020.

Λίγους μήνες πριν, μια νέα σύγκρουση ανάμεσα σε Παλαιστινίους και Ισραηλινούς κατέληξε γρήγορα γύρω από το ιερό τέμενος των πιστών Μουσουλμάνων, Al-Aqsa. Επρόκειτο για ένα ακόμη επεισόδιο κλιμάκωσης σε μια διένεξη δεκαετιών, που δεν φαίνεται ότι θα σταματήσει στο άμεσο μέλλον. Αυτά τα πρόσφατα γεγονότα κατέστησαν άμεσα επίκαιρο το βιβλίο του Ιταλού μαρξιστή ακαδημαϊκού Enzo Traverso. Πρόκειται για Το τέλος της εβραϊκής νεοτερικότητας (La fin de la modernité juive, 2013), που ήρθε στη γλώσσα μας χάρη στην επιμέλεια των Εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου, και το οποίο δε διστάζει να θίξει ορισμένα ιδιαίτερα ακανθώδη ζητήματα, όπως την ιστορία των αραβοϊσραηλινών συγκρούσεων, σκιαγραφώντας κάποιους τρόπους υπέρβασής των. Κύριο ζήτημα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι όμως το εβραϊκό ζήτημα, που ο Traverso θεωρεί ως ένα από τα «τυφλά σημεία» του μαρξισμού. Συγκεκριμένα, η βασική άποψη θέση του παρόντος βιβλίου είναι ότι, μετά το Ολοκαύτωμα, οι Εβραίοι διανοούμενοι από αμφισβητίες κατέληξαν να γίνουν συντηρητικοί και από αντίπαλοι του κυρίαρχου status quo οι ισχυρότεροι υποστηρικτές του. Πώς όμως συντελέστηκε αυτή η μεταβολή; Τι ήταν αυτό που έκανε την εβραϊκή διανόηση να χάσει τον επαναστατικό της χαρακτήρα και να μετατραπεί σε σύμμαχο των Αμερικανών και πιστό υπηρέτη του σημερινού πολιτικοοικονομικού status quo;

Σύμφωνα με τον Enzo Traverso, σε όλο το διάστημα που οι Εβραίοι ήταν οι «παρίες» στη Δύση, είχαν μια πλουσιότατη συνεισφορά στον πνευματικό πολιτισμό και, την ίδια στιγμή, αποτελούσαν μια δυσαρμονία μέσα στο κυρίαρχο σύστημα. Αίτιο στάθηκε η μεσσιανική ελπίδα που έφεραν στην παράδοσή τους και η οποία μεταμορφώθηκε σε μια «εκκοσμικευμένη» λαχτάρα για πολιτική χειραφέτηση. Το κλασικό υπόδειγμα αμφισβητία του Εβραίου διανοουμένου ήταν ο Spinoza, ένας αληθινός αποσυνάγωγος (με όλη τη σημασία του όρου) και συνάμα ένα από τα πιο ελεύθερα πνεύματα των Νεότερων Χρόνων. Όταν τελικά έπεσαν τα τείχη των γκέτο όπου ήταν περιορισμένοι, οι Εβραίοι εισχώρησαν σταδιακά στον χώρο της διανόησης, κατακτώντας τελικά τις κορυφαίες θέσεις. Την περίοδο 1750-1950, που ο Traverso χαρακτηρίζει ως «εβραϊκή νεοτερικότητα», οι Εβραίοι αναγνωρίστηκαν σε όλες τις χώρες (εκτός φυσικά της Ρωσίας) ως πολίτες με δικαιώματα, εντασσόμενοι στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, χωρίς όμως να νιώθουν ότι «ανήκουν» πλήρως σε αυτές. Εξαιτίας του γεγονότος ότι είχαν δεχθεί πολιτική αναγνώριση όχι ως κοινότητες αλλά ως μεμονωμένα άτομα, ήταν κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα με τον Traverso, «μη Εβραίοι Εβραίοι». παρά την απομάκρυνση από την παράδοσή τους, συνέχιζαν να αισθάνονται Εβραίοι εξαιτίας του ότι ως τέτοιους τους αντιμετώπιζαν οι αντισημίτες.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η όξυνση του «αντισημιτισμού» (η συγκεκριμένη λέξη εμφανίστηκε αρχικά στη Γερμανία γύρω στα 1880) κατέστησε τους Εβραίους διανοούμενους ακόμη πιο εικονοκλάστες: ο Einstein στη φυσική, οι Proust, Kafka και Musil στη λογοτεχνία, ο Freud στην ψυχολογία, οι Marx, Luxemburg, Parvus και Trotsky στην πολιτική, οι Simmel, Mannheim, Durkheim στην κοινωνιολογία, ο Kracauer στη θεωρία του κινηματογράφου, ο Schönberg στη μουσική κ.λπ. Ο κατάλογος είναι αρκετά μακρύς: από τον Horkheimer, τον Adorno και τον Marcuse, ως τον Benjamin, τη Hannah Arendt, τον Ernst Bloch και τον Lévi-Strauss, είναι γεγονός ότι οι Εβραίοι διανοούμενοι πυροδότησαν επαναστάσεις σχεδόν σε κάθε τομέα του πνευματικού πολιτισμού. Αυτή η λαμπρή πνευματική άνθηση διακόπηκε βίαια με τις ναζιστικές διώξεις και τερματίστηκε από τις θηριωδίες που είναι σε όλους μας γνωστές ως «Ολοκαύτωμα». Με το Ολοκαύτωμα, η εβραϊκή Νεωτερικότητα έφτασε στο τέλος της. Η μακρόχρονη ιστορική πορεία του εβραϊκού λαού ως παρία έλαβε τέλος όταν, το 1948, δημιουργήθηκε τελικά στα εδάφη της Παλαιστίνης το κράτος του Ισραήλ ως μια πατρίδα για τους μέχρι τότε διωκόμενους Εβραίους (αρχικά το 1/3 των πολιτών του ήταν επιζήσαντες των ναζιστικών διώξεων), κάνοντας πράξη το όραμα που είχε συλλάβει ο Theodor Herztl κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, με το έργο του Der Judenstaat. Ο εβραϊκός εθνικισμός (σιωνισμός) στηρίχθηκε πάνω στη θρησκεία, δίνοντας όμως σε αυτή μια εθνική διάσταση (π.χ. η Επτάφωτη Λυχνία συμβολίζει τον Ναό των Εβραίων, η εθνική σημαία εμπνέεται από το σάλι για την προσευχή κ.λπ.). Σήμερα, η εβραϊκή καταγωγή δεν προσελκύει το μίσος, με την εξαίρεση βέβαια ορισμένων περιπτώσεων που γενικά καταδικάζονται, αλλά αντίθετα οι φορείς της αναγνωρίζονται επισήμως σαν μια διακεκριμένη και απολύτως αξιοσέβαστη μειονότητα. Ακόμη και η άρνηση του Ολοκαυτώματος σε θεωρητικό επίπεδο, σε πολλές χώρες είναι πλέον παράνομη και επισύρει την παραδειγματική τιμωρία. Φαίνεται πως ο ιουδαϊκός λαός, ύστερα από τόσα δεινά που υπέστη, είναι επιτέλους ελεύθερος. Αν όμως η μετάβαση των Εβραίων από τον στιγματισμό στη διάκριση είναι γεγονός, αυτή συμβαδίζει με τη δική τους ευθυγράμμιση με τις υπάρχουσες δομές κυριαρχίας. Συγκεκριμένα, η εβραϊκή διανόηση πέρασε από τον κοσμοπολιτισμό σε δυτικισμό και από την Αριστερά στη Δεξιά: για δύο ή τρεις γενιές Εβραίων διανοουμένων τον ρόλο του μεσσιανισμού είχε λάβει ο κομμουνισμός, γύρω στη δεκαετία του 1950 η υπεράσπιση του «ελεύθερου κόσμου» και μετά τη δεκαετία του 1990 η άνευ όρων υποστήριξη του κράτους του Ισραήλ. Ο παροπλισμός του κριτικού τους ρόλου σήμερα, είναι ακριβώς το τίμημα της χειραφέτησής τους. Ο Traverso θεωρεί μάλιστα πως ορισμένοι Εβραίοι διανοούμενοι (π.χ. Hannah Arendt) έχουν υπάρξει και στις δύο κατηγορίες: προπολεμικά έπαιζαν τον ρόλο της κριτικής του φιλελεύθερου συστήματος της Δύσης, ενώ μεταπολεμικά έγιναν οι στυλοβάτες του. Η παρακμή του αντισημιτισμού είχε, μεταξύ άλλων, ως συνέπεια, τη συμφιλίωση της εβραϊκής διανόησης με την πολιτική Δεξιά. Σήμερα, η πάλη ενάντια στον αντισημιτισμό σχεδόν ταυτίζεται με την υποστήριξη της ισχύος της Δύσης, δεδομένου άλλωστε του ότι ο εβραϊκός πληθυσμός έχει αναδειχθεί στο «προπύργιο» της Δύσης μέσα στην καρδιά των αραβικών χωρών. Οι κάποτε «σκανδαλοποιοί» της τάξης έγιναν τελικά τα βασικά της στηρίγματα: οι πιο αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις του Εβραίου διανοούμενου, στο πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, υπήρξαν ο Lenin και ο Trotsky, από το δεύτερο ήμισυ είναι οι Kissinger και Raymond Aron.

Σύμφωνα με τον Traverso, αυτό που νομιμοποιεί μέχρι σήμερα το κράτος του Ισραήλ ως λυτρωτή του εβραϊκού λαού, είναι κυρίως η μνήμη του Ολοκαυτώματος. Μάλιστα, αυτή η μνήμη έφτασε να αποτελεί στον 21ο αιώνα ένα είδος «πολιτειακής θρησκείας» (όρος που ο Traverso δηλώνει ρητά ότι δανείζεται από τον Rousseau) σε πλανητικό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, η μνήμη της ναζιστικής θηριωδίας ενάντια στους Εβραίους έχει καταστεί γενικά ένα σύνολο αποστεωμένων δογμάτων που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση (πχ μοναδικότητα σε σχέση με άλλες γενοκτονίες), με λατρευτικά μνημεία (π.χ. Yad Vashem, Μνημείο Αγνώστου Εβραίου Μάρτυρα), χρονικές επετείους, ήρωες (π.χ. Primo Levi) και μάρτυρες (π.χ. Anna Frank). Σε τελική ανάλυση, η πολιτειακή θρησκεία του Ολοκαυτώματος εγείρει μια λατρεία του παρελθόντος, αποσυνδέοντάς το από το παρόν και φτάνει ως τον παραλογισμό να γίνονται τιμητές της μέχρι και πολιτικοί ηγέτες που υπήρξαν πρωτεργάτες της εισβολής στο Ιράκ. Αξίζει να τονιστεί ότι στη Δίκη της Νυρεμβέργης η τραγωδία των Εβραίων στα χέρια των ναζί είχε θεωρηθεί απλώς ένα έγκλημα μεταξύ άλλων. Η ειδική απόδοση τιμών στα θύματα του Ολοκαυτώματος, λέει ο Traverso, ξεκίνησε περίπου κατά την εποχή της Δίκης του Eichmann (1961) και συμπορεύτηκε με την εμφάνιση μιας νέας κριτικής στις αξίες του Δυτικού πολιτισμού (ένα είδος «διαλεκτικής του Διαφωτισμού»). Επηρεασμένη από αυτό το πλαίσιο, η ιστορία του εβραϊκού λαού παρουσιάζει ανθρώπους του ως θύματα και το παρελθόν τους παρουσιάζεται εντελώς μονοδιάστατα ως ένας μακρύς και ατελείωτος Γολγοθάς. Ένας πελώριος μηχανισμός είναι αφιερωμένος στην προστασία μιας μειονότητας που δεν απειλείται πλέον σοβαρά, αγνοώντας έτσι διάφορες άλλες μορφές καταπίεσης, περισσότερο έντονες σήμερα. Η γέννηση του Ισραήλ ως εθνικού κράτους σηματοδοτούσε τη συνειδητή απόπειρα λησμονιάς του αραβικού στοιχείου και πραγματοποιήθηκε μέσα από την άρνηση και τον διαδοχικό εκτοπισμό του (τα έτη 1948 και 1967 αντίστοιχα), που διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά μιας «εθνοκάθαρσης».

Σε τελική ανάλυση, η γέννηση του Ισραήλ είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός νέου «παρία λαού»: των Παλαιστινίων. Συγκεκριμένα, τον ρόλο του παλιού αντισημιτισμού τον έχει λάβει πλέον η ισλαμοφοβία. Όπως υποστηρίζει ο Traverso:

«Ο αντισημιτισμός έχει πάψει να διαμορφώνει τις εθνικές κουλτούρες, παραχωρώντας τη θέση του στην ισλαμοφοβία, την κυρίαρχη μορφή ρατσισμού στις απαρχές του 21ου αιώνα, καθώς και σε μια νέα εβραιοφοβία, παράγωγο της ισραηλοπαλαιστινιακής διαμάχης».

Σήμερα οι μουσουλμάνοι βρίσκονται περίπου στη θέση που βρίσκονταν κάποτε οι Εβραίοι. Σύμφωνα με τον Traverso, δύο κυρίως επιλογές ανοίγονται μπροστά στο Ισραήλ: ο διεθνισμός, δηλαδή η πλήρης αποδοχή των Παλαιστινίων ως ισότιμων πολιτών, ή ένα σύστημα όμοιο με τα οθωμανικά μιλέτια, που ενδεχομένως να έχει την κατάληξη της Αφρικής κατά το απαρτχάιντ. Σήμερα, η γενική ταύτιση του αντισιωνισμού με τον αντισημιτισμό, όταν συμβαίνει, εξυπηρετεί κυρίως την κατασίγαση κάθε εναντίωσης απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ, που συμπλέει με τα αμερικάνικα συμφέροντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συχνή απόπειρα στιγματισμού των Αράβων ως «ναζιστών». Μπορεί κανείς να θυμηθεί τη δήλωση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu, ότι το ναζιστικό Ολοκαύτωμα έγινε πράξη μονάχα ύστερα από αντίστοιχη προτροπή του Παλαιστίνιου θρησκευτικού ηγέτη Mohammed Amin al-Husseini προς τον Hitler. Αν όμως οι Εβραίοι, παρά τον κριτικό ρόλο τους κάποτε, έχουν πλέον ενταχθεί στο σύστημα, μήπως αυτό σηματοδοτεί τάχα την ανάδειξη μιας νέας ομάδας κριτικών στοχαστών (ή αλλιώς «παριών διανοουμένων») αυτή τη φορά από τον ισλαμικό κόσμο; Ο Traverso παραθέτει τα ονόματα των Homi Κ. BhahBa, Édouard Glissant και Edward Said ως περιπτώσεις «αντισυστημικών» στοχαστών του σύγχρονου κόσμου, που επιχείρησαν να κοιτάξουν τον κόσμο υπό ένα πρίσμα που υπερβαίνει τολμηρά τον ευρωκεντρισμό και του ασκεί κριτική έξωθεν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος από τους τρεις ήταν Παλαιστίνιος στην καταγωγή.

Φυσικά, σπεύδει να ξεκαθαρίσει ο Traverso, κανείς λογικός άνθρωπος δεν λυπάται με τη σοβαρή (αν και όχι απόλυτη) υποχώρηση του αντισημιτισμού. Ο αντισημιτισμός ήταν μια καταστροφική δύναμη μίσους και οφείλουμε όλοι να χαρούμε που σχεδόν εξέλιπε. Ωστόσο, για τον ίδιο, μαζί με τον αντισημιτισμό χάθηκε και ένα μεγάλο μέρος της δημιουργικής δύναμης ενός λαού που είχε καινοτομήσει όσο λίγοι, τους τελευταίους δύο αιώνες. Ο Traverso μοιάζει να «θρηνεί» για την απουσία των Εβραίων από νέους αγώνες για χειραφέτηση, την οποία φαίνεται να συλλαμβάνει, όντας μαρξιστής, υπό πρίσμα της Αριστεράς. Αν η κατάσταση «παρία» μπορεί να εξηγήσει την πολιτική στράτευση πλήθους Εβραίων διανοητών με την Αριστερά στο παρελθόν, η ανάδειξή τους σε αξιοσέβαστη μειονότητα έχει οδηγήσει την Αριστερά να στραφεί σε έναν μεγάλο βαθμό για στήριξη στις αραβικές χώρες και ίσως περισσότερο από όλα, στον λαό των Παλαιστινίων. Αν ο αγώνας ενάντια στον αντισημιτισμό συνιστά την «πολιτική θρησκεία» των σύγχρονων φιλελεύθερων, όπως πιστεύει ο Traverso, τότε ο παλαιστινιακός αγώνας αποτελεί μια «λατρεία» για τον Αριστερό ριζοσπαστισμό. Και αυτό φυσικά δεν είναι παράδοξο: όταν επιδιώκει κανείς να ανατρέψει το κυρίαρχο σύστημα, δε θα βρει καλύτερους συμμάχους από τους δυσαρεστημένους του συστήματος.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: