frear

Το Τζαζ μπαρ του Αλ Πάπας στη Λευκωσία – της Eύας Πολυβίου

Το τζαζ μπαρ του Αλ Πάπας στη Λευκωσία βρισκόταν στην εντός των τειχών πόλη, σε μια πάροδο της οδού Θησέως, λίγα μόλις μέτρα από την Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό με μπαλκονάκια και με τα χαρακτηριστικά πράσινα παραθυρόφυλλα των κτηρίων της Αγγλοκρατίας, το οποίο είχε αγοραστεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 70, όταν η γύρω περιοχή ήταν ακόμα σχεδόν έρημη και οι τιμές τέτοιων κτηρίων εξευτελιστικές. Όλο το ισόγειο και ένα μέρος του ορόφου, που είχαν ανακαινιστεί με προσοχή πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 80, ήταν ο χώρος του μπαρ. Το υπόλοιπο διαμορφώθηκε λίγο αργότερα σ’ ένα συμπαθητικό διαμέρισμα με ανεξάρτητη είσοδο στην πίσω αυλή και μια βεράντα που έβλεπε στην οδό Υμηττού. Εκεί ο Αλ Πάπας ζούσε μόνος του παρέα με τον Μάικ, ένα γέρικο, στριμμένο Λαμπραντόρ που τον ακολουθούσε κατά πόδας παντού.

Εξωτερικά τουλάχιστον, τίποτε δεν παρέπεμπε σε μπαρ, εκτός από τη μικρή μπρούτζινη πινακίδα δίπλα στην είσοδο που φωτιζόταν διακριτικά το βράδυ από ένα φαναράκι. Δεξιά της εισόδου όπως έμπαινες, βρισκόταν το βεστιάριο –τι βεστιάριο δηλαδή, μη φανταστείς, μια μισοσκότεινη καμαρούλα με κάμποσα κρεμαστάρια– κι από αριστερά, ένας διάδρομος οδηγούσε σε μια ευρύχωρη σάλα με καμάρες όπου βρισκόταν το μπαρ.

Όταν πρωτοάνοιξε, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο μεγάλη επιτυχία θα είχε. Ένα τζαζ μπαρ στη Λευκωσία; Κάτι τέτοια μεσουρανούν μια-δυο σεζόν κι ύστερα σβήνουν. Εδώ η «Ελλοπία», που ήταν το απόλυτο στέκι των νάιντις, και τρεις χρονιές καλά-καλά δεν άντεξε. Και γεμάτο κάθε βράδυ, Τρίτη με Κυριακή. Παρασκευή και Σάββατο δε, που υπήρχε και ζωντανή μουσική, ούτε όρθιος μπροστά στο μπαρ δεν μπορούσες να βρεις θέση δίχως κράτηση. Και να πεις πως έκανε καλές τιμές; Όλως αντιθέτως, οι τιμές του παραήταν τσιμπημένες –όλοι το παραδέχονταν. Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κατάφερε να επιβιώσει και να γίνει σχεδόν κλασικό, φτάνοντας μάλιστα να συμπεριληφθεί, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 90, στη λίστα των 50 καλύτερων μπαρ της Ευρώπης.

Ο Αλ Πάπας· πώς λέμε Αλ Πατσίνο; Καμία σχέση. Αυτός ήταν πανύψηλος, δυο μέτρα σχεδόν. Και γεροδεμένος. Ντυμένος πάντα με σκούρο τζιν και ένα μαύρο πουκάμισο με ανασηκωμένα τα μανίκια χειμώνα καλοκαίρι. Ωραίο δεν τον έλεγες, αλλά είχε ένα σκοτάδι στο βλέμμα του κι ένα σφίξιμο στο στόμα που του προσέδιδαν μια περίεργη, μυστηριώδη γοητεία. Αν δεν στεκόταν στην είσοδο να κόβει κίνηση, θα τον έβλεπες καθισμένο μπροστά στον μπαρ∙ κανονικά, σαν πελάτης. Με ένα τσιγάρο πάντα στο ένα χέρι κι ένα ουίσκι στο άλλο, που το ανανέωνε συνέχεια λες και δεν είχε άλλο αντικειμενικό σκοπό κάθε βράδυ παρά να κάνει κατανάλωση στο μαγαζί του. Μιλούσε και γελούσε δυνατά, έπιανε την κουβέντα με τους θαμώνες περί ανέμων και υδάτων, πείραζε τα νέα παιδιά με χοντρά αστεία, συχνά σόκιν, και, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, φλέρταρε ασύστολα με κάθε ωραία ύπαρξη που τύχαινε να τον πλησιάσει. Συνήθως αλλοδαπές από το ανατολικό μπλοκ, αλλά και ντόπιες, κατά προτίμηση τολμηρές κατασταλαγμένες σαραντάρες που ήξεραν τι ήθελαν. Όχι πως, αν του την έπεφτε και καμιά μικρή, καμιά φοιτήτρια ας πούμε που πήγαινε γυρεύοντας, θα την αγνοούσε, αλλά όλως παραδόξως οι πιο ώριμες φαίνεται να ασκούσαν πάνω του μια ιδιαίτερα έντονη γοητεία. Τώρα, πόσες από αυτές οδηγούνταν στο τέλος της βραδιάς στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου, ουδείς οίδε. Σύμφωνα με τις φήμες καμιά. Ο Αλ ήταν κυρίως των λόγων και των δημοσίων παραστάσεων∙ ιδιωτικά αποζητούσε τη σιωπή και την απομόνωση.

*

Πρωτοπήγα με παρέα στο μπαρ του Αλ Πάπας το Φθινόπωρο του 1993, πρωτοετής στη Φιλοσοφική. Μια συμφοιτήτριά μας, μια Κατερίνα από την Πάτρα, είχε πιάσει δουλειά εκεί, τρία βράδια την εβδομάδα, και συνήθιζε να κερνάει όλους τους φίλους και γνωστούς της. Φοιτητικό στέκι σίγουρα δεν ήταν. Aντιθέτως, όλο κάτι ματσωμένοι τύποι συχνάζανε. Ο Αλ Πάπας δεν γούσταρε να γεμίζει το μαγαζί του πιτσιρίκια που βγάζουνε όλο το βράδυ με μια μπύρα. Όμως η Κατερίνα πίσω απ’ το μπαρ κερνούσε τους φίλους αβέρτα. Κι όχι μόνο σφηνάκια και μπύρες, αλλά και βότκες, τζιν, τεκίλες, ακόμα και ουίσκι σ’ εκείνους που το προτιμούσαν. Εκείνη την περίοδο λοιπόν, εκτός από αρκετούς φοιτητές, στο μπαρ άρχισαν να συχνάζουν και κάποιοι από τους πιο «κουλ» καθηγητές μας. Κυρίως για το τζάμπα (οι πανεπιστημιακοί είναι γνωστοί παλιοτσιγκούνηδες), αλλά και με την προοπτική να βγάλουν καμιά γκόμενα, διότι ήταν γνωστό πως στο μπαρ του Αλ Πάπας μπορούσες να γνωρίσεις τα ωραιότερα και πιο ξηγημένα κορίτσια της Λευκωσίας. Εκείνος προφανώς και το ήξερε. Δεν μπορεί να μην αντιλαμβανόταν τη δυσαναλογία μεταξύ κατανάλωσης και εισπράξεων, μα απ’ ό,τι φαίνεται βαριόταν να το κάνει θέμα. Άλλωστε, δεν έβγαινε σίγουρα και χαμένος· τα υπερκέρδη από τις άλλες πωλήσεις κάλυπταν και με το παραπάνω το έλλειμμα των κερασμάτων. Κι ύστερα, ήταν προφανές πως το χρήμα δεν του έλειπε. Τι θα τα ’κανε; Παιδιά, σκυλιά δεν είχε – εκτός από τον Μάικ δηλαδή που, αν έκρινες από το αργό σούρσιμο και τη στραπατσαρισμένη του μούρη, μάλλον δεν του ’μενε και πολύς καιρός του κακομοίρη.

Βέβαια, φήμες (και πάλι) λέγανε πως είχε και καλοείχε παιδιά, που ζούσανε με τη μητέρα τους στην Αμερική. Το επιβεβαίωνε και η Κατερίνα που, μετά από έξι μήνες σερβιτόρα, είχε γίνει πια ειδήμων στα προσωπικά του Αλ Πάπας. Και η αλήθεια είναι πως γι’ άλλο τίποτα δεν μιλούσαμε, αφ’ ότου έπιασε δουλειά σ’ εκείνο το μπαρ. Είχε δύο αγόρια που του έμοιαζαν, λέει, καταπληκτικά. Πάνω στο γραφείο του, στην μικρή καμαρούλα πίσω απ’ το μπαρ όπου κανόνιζε τις δουλειές του, είχε φωτογραφίες τους. Και τους έστελνε και χρήματα συστηματικά. Μόνο που εκείνα, κατά τα λεγόμενα πάντα της Κατερίνας, δεν θέλανε καμιά σχέση με τον πατέρα τους και του κλείνανε και το τηλέφωνο στα μούτρα. Ωραία παιδιά! Μα πάλι, ποιος ξέρει τι θα τους είχε κάνει κι εκείνος, με τι ψυχολογικά θα τα φόρτωσε. Γιατί αθώα περιστερά δεν φαινόταν με τίποτε, η αλήθεια να λέγεται.

Και Αλ Πάπας δεν ήταν βέβαια το αληθινό του ονοματεπώνυμο. Το Αλ θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε: Αλέξανδρος –που ήταν το προφανές– Κώστας, Γιάννης, Μιχάλης… Όσο για το Πάπας, ήταν σίγουρα Παπακάτι: Παπακωνσταντίνου, Παπαγεωργίου, Παπασάββας –εν πάση περιπτώσει, καλά έκανε και το έκοψε. Αλλά το έκοψε, όχι απλώς γιατί το Πάπας ήταν σαφώς πιο εύκολο και εύηχο για το Σικάγο, όπου είχε ζήσει όλη του τη ζωή, προτού αποφασίσει να τα παρατήσει όλα και να έρθει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο, αλλά γιατί έπρεπε να κρυφτεί, σύμφωνα με την Κατερίνα. Έπρεπε να κρυφτεί, να εξαφανιστεί για την ακρίβεια, για έναν λόγο που ούτε μπορούσε να τον βάλει ο νους σου. Μα τι μπορεί να είχε κάνει τέλος πάντων; Κατάχρηση; Φόνο; Ήταν μαφιόζος; Κατάσκοπος; Επαγγελματίας εκτελεστής; Τι; Εκείνη δεν έλεγε να ανοίξει το στόμα της πέρα από αυτό το «ούτε που μπορεί να το βάλει ο νους σου!» που το επαναλάμβανε ξανά και ξανά με φιλάρεσκη ικανοποίηση. Το συνήθιζε πολύ αυτό η Κατερίνα. Να σου εξάπτει καλά-καλά την περιέργεια με μισόλογα, κι ύστερα να σε παρατά χωρίς εξηγήσεις παριστάνοντας την υπεράνω. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που στο βάθος ποτέ μου δεν τη χώνεψα αυτή την κοπέλα, κι ας κάναμε καλή παρέα στο Πανεπιστήμιο. Θες να κρατήσεις ένα μυστικό, κυρία μου; Κλείσε το στόμα σου και κράτα το κλειστό. Τι θες και ρίχνεις σπόντες και υπονοούμενα; «Αν καίγεσαι τόσο να μάθεις, γιατί δεν κοιτάς να τον γνωρίσεις καλύτερα;» μου έλεγε χαμογελώντας πονηρά, κάθε φορά που την πίεζα να μιλήσει. «Πού ξέρεις; Μπορεί και να σου το αποκαλύψει μόνος του το σκοτεινό παρελθόν του». Όμως να επιδιώξω να γνωρίσω καλύτερα τον Αλ Πάπας –όσο κι αν το ήθελα– μου φαινόταν μάλλον ριψοκίνδυνο. Στο βάθος είμαι πολύ συντηρητική. Είχα και κάπως χαμηλό αυτοείδωλο τότε: εκ φύσεως συνεσταλμένη, μέτρια εμφανισιακά κι άπειρη σε όλα.

Αλλά το σκοτεινό παρελθόν του Αλ Πάπας είχε αρχίσει σιγά σιγά να με απασχολεί υπερβολικά. Ξύπνησε μέσα μου το αστυνομικό δαιμόνιο ή καλύτερα, το μικρόβιο του ντετέκτιβ, όπως μου αρέσει να το λέω. Αυτό το μικρόβιο που από μικρή με έκανε να παρακολουθώ ταινίες μυστηρίου και να διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα μανιωδώς. Και αργότερα, με έσπρωξε να ασχοληθώ με την Αρχαία Ιστορία. Γιατί, αφού ντετέκτιβ δεν θα μπορούσα να γίνω, έπρεπε να βρω κάτι που να καλύπτει, έστω και πλασματικά, την ανάγκη μου να επιλύω μυστήρια. Να αποκαθιστώ με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια μια εικόνα, τα κομμάτια της οποίας βρίσκονται χαμένα στα ερέβη του χρόνου, μη έχοντας στη διάθεσή μου παρά μόνο λίγες αποσπασματικές μαρτυρίες διασκορπισμένες εδώ και εκεί. Τέλος, είναι αυτό ακριβώς το μικρόβιο νομίζω που με έκανε από νωρίς να πιστεύω ότι –εκτός από μεγάλα ιστορικά έργα (κάτι που με την αφελή φιλοδοξία της πρώτης νιότης θεωρούσα βέβαιο)– μια μέρα θα έγραφα και λογοτεχνία και μάλιστα καλή.

Χάρη στις αποσπασματικές μαρτυρίες της Κατερίνας λοιπόν και με τη βοήθεια ορισμένων τεκμηρίων που αποκόμισα από τις δικές μου (ελλειμματικές πάντα) παρατηρήσεις, μπόρεσα να τον πλάσω «ελεύθερα μέσα στο νου μου», όπως λέει και ο Καβάφης. Και τον έπλασα, όχι βέβαια «ωραίο και αισθηματικό», όπως θα άρμοζε, αλλά άγριο και σκοτεινό, ως ήθελα. Το είδος του άντρα που μπορεί να κάνει ένα άβγαλτο κορίτσι από σπίτι να χάσει για τα καλά τον μπούσουλα∙ να αποπροσανατολιστεί τελείως∙ να παρακολουθεί, να συζητά, να σκέφτεται έναν άγνωστο μέρα και νύκτα με μιαν εμμονή που προσέγγιζε επικίνδυνα τα όρια της παράνοιας.

Κατά τ’ άλλα, συνέχισα να πηγαίνω στο μπαρ, κανονικά με την παρέα μου, ολόκληρο το 94 και τον Χειμώνα του 95. Κάθε δεύτερη Παρασκευή του μήνα ανελλιπώς. Πίναμε τα ποτάκια μας όρθιοι –τα μισά κερασμένα από την Κατερίνα∙ σαχλαμαρίζαμε μεταξύ μας∙ λικνιζόμασταν νωχελικά στις μελωδίες του σαξόφωνου που έβγαιναν πνιχτές από τα ηχεία. Και εγώ όλο το βράδυ φανταζόμουν τον Αλ Πάπας να με κοιτάει επίμονα από την άλλη άκρη του μπαρ, όπου στεκόταν κι αυτός με την εκάστοτε παρέα του.

*

Γύριζα από το Παρίσι την ημέρα που πέθανε. Η φίλη μου η Ειρήνη, αν και σιωπηρά είχαμε συμφωνήσει ποτέ ξανά να μην αναφερθούμε σ’ εκείνη την περίοδο της τρέλας –άλλωστε είχε περάσει και σχεδόν μια δεκαετία από τότε που είχα στραφεί πια οριστικά σε άλλες έρευνες, όχι απαραιτήτως πιο αποδοτικές, αλλά σίγουρα ασφαλέστερες– έκρινε σωστό να με πάρει τηλέφωνο και να με ενημερώσει. Αναστατώθηκα πολύ∙ δεν μπορούσα να το πιστέψω. Χωρίς να το περιμένω ένιωσα ξαφνικά να με πλημμυρίζει εκείνο το απέραντο κενό που νιώθεις, όταν χάνεις οριστικά πρόσωπο οικείο κι αγαπημένο ή κάποιον που, έστω και με τρόπο ανορθόδοξο, έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή σου για καιρό.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να πάω στην κηδεία. Nα τον αποχαιρετήσω, να κλείσω μια για πάντα τις όποιες εκκρεμότητες. Ευτυχώς, γρήγορα λογικεύτηκα κι άλλαξα γνώμη: από πού κι ως πού; ούτε που τον ήξερα καλά-καλά τον άνθρωπο. Μερικές φορές τον είχα δει μόνο κι αυτές από μακριά. Όσο για το τρομερό μυστικό του (αν όντως είχε κάποιο μυστικό), η αλήθεια είναι πως δεν με ενδιέφερε πια και τόσο να το μάθω. Άσε που, έτσι όπως το σκέφτομαι εκ των υστέρων, μου φαίνεται πως ούτε και η Κατερίνα γνώριζε ποτέ πραγματικά κάτι.

Το μπαρ έμεινε έκτοτε κλειστό και αναξιοποίητο και το κτήριο στο έλεος του ήλιου και της υγρασίας. Η πράσινη μπογιά των παραθυρόφυλλων σιγά σιγά ξέφτισε, τα γύψινα φουρούσια των μπαλκονιών άρχισαν να φθείρονται και ένα μεγάλο μέρος της πρόσοψης διαβρώθηκε για τα καλά. Ένας φίλος αρχιτέκτονας με πληροφόρησε πως το κτήριο αγοράστηκε εδώ και καιρό από μια αμερικάνικη εταιρεία με συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, και πως σκόπευαν σύντομα να το ανακαινίσουν, για να στεγάσουν τα νέα γραφεία τους στην Κύπρο. Μέχρι στιγμής όμως καμία κίνηση. Την τελευταία φορά που πέρασα από ‘κει (το κάνω ακόμα αυτό πού και πού), παρατήρησα πως κάποιος έσπασε και τα τζάμια της εξώθυρας και τώρα οι αδιάκριτοι περαστικοί μπορούσαν να δουν ανεμπόδιστα μέσα από τη σκουριασμένη σιδεριά το εσωτερικό: τον στενό διάδρομο και ένα μέρος της σάλας με τους μαυρισμένους απ’ τα τσιγάρα τοίχους και τις αράχνες στις γωνιές. Το μόνο που για κάποιο περίεργο λόγο παραμένει σχεδόν άθικτο, παραπέμποντας κατευθείαν στα παλιά, είναι εκείνη η μικρή επιγραφή δίπλα στην είσοδο, η οποία μαρτυρά πως αυτό το μέρος υπήρξε κάποτε ένα από τα καλύτερα μπαρ της Ευρώπης: το τζαζ μπαρ του Αλ Πάπας στη Λευκωσία.

Λευκωσία, Μάιος 2021

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly