frear

Η λάμψη – της Λίλιας Τσούβα

Ησυχία απόλυτη. Μόνον οι φωνές των πουλιών. Μάρτιος μήνας. Το κρύο τσουχτερό. Ο Άρναρσον κούμπωσε το μπουφάν. Τον έσωζαν τα τρία ισοθερμικά.

Ερχόταν στο ακρωτήρι τα απογεύματα, για να ηρεμήσει και να δει τα πουλιά. Γλάροι κυρίως και πάφιν. Κάρφωνε το βλέμμα στα μικρά τους ποδαράκια και τα κεφαλάκια που ανεβοκατέβαιναν καθώς έπιναν νερό. Μόλις τα πλησίαζε, άπλωναν τα φτερά τους και πετούσαν μακριά.

Την προσοχή του έκλεβαν τα πάφιν. Στέμμα, αυχένας, ράχη, φτερά, ουρά, όλα μαύρα. Τα ράμφη πορτοκαλί και κόκκινα στην άκρη, γκρίζα στη βάση. Μια κίτρινη σαρκώδης ροζέτα στη γωνία του στόματος σε σχήμα καρδιάς. Και μάτια τριγωνικά, με ροδοκόκκινο δακτύλιο και ίριδες πολύ σκούρες μπλε ή καφέ.

Ούτε ο πιο ευφάνταστος σχεδιαστής δεν θα πετύχαινε ωραιότερο συνδυασμό, έλεγε.

Γι’ αυτά πήγαινε. Παπαγάλοι της θάλασσας ή ψάρια κλόουν, εξαιτίας του κωμικού -κοντόχοντρου- παρουσιαστικού τους. Επισήμως, φρατέρκουλα. Από το λατινικό frater, αδελφός και το υποκοριστικό ula.

Αυτοί οι μικροί καλόγεροι με το ασπρόμαυρο χρώμα, φώλιαζαν στην πατρίδα του την Ισλανδία, την εσχατιά της Ευρώπης. Εκεί αναπαράγονταν. Το καλοκαίρι κατέβαιναν πιο νότια.

Τα είδε να κάνουν κύκλους στον αέρα και ύστερα να προσγειώνονται στον βράχο. Περπατούσαν αργά, με ανορθωμένη την ουρά. Έγλειφαν το φτέρωμά τους με το ράμφος ή έκαναν καταδύσεις. Βυθίζονταν πολλά μέτρα χαμηλά. Ύστερα ανέβαιναν κρατώντας στο ράμφος τους μικρά ψάρια.

Είχε ξυπνήσει πάλι μ’ εκείνο το τρομακτικό όνειρο. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν. Στην αρχή, μια δυνατή λάμψη τον θάμπωνε. Άνοιγε τα μάτια και μια κατακίτρινη τίγρη τον μαγνήτιζε με το βλέμμα της. Έβγαζε την κόκκινη γλώσσα της και τον έγλειφε. Το σώμα του φλεγόταν. Μια δυνατή μυρωδιά θείου τον έπνιγε. Κόκκινες κηλίδες γέμιζαν το δέρμα του.

Φοιτητής στο τελευταίο έτος της ορνιθολογίας, δούλευε την πτυχιακή του εργασία κι ο όρμος αυτός ήταν η φωλιά του. Μοναδική του συντροφιά η άγρια φύση και τα πουλιά που μελετούσε. Με τα κιάλια παρατηρούσε τον αντικρινό παγετώνα και από τον Οκτώβριο ως τα τέλη του Νοεμβρίου φωτογράφιζε το σέλας. Ήταν μαγική αυτή η φωτιά στον ουρανό με τις πράσινες λάμψεις που άλλοτε δυνάμωναν και άλλοτε συρρικνώνονταν μέσα στην απέραντη στέπα με τις μαύρες πέτρες. Τους πιο ζεστούς μήνες έπεφτε στο νερό μαζί με τα πουλιά. Έρχονταν δίπλα του κι εκείνος απολάμβανε από κοντά τους χρωματικούς τους συνδυασμούς.

Του φαινόταν λίγο μελαγχολικά αυτά τα θαλασσοπούλια με το άσπρο-μαύρο φτέρωμα και τα πορτοκαλί πόδια. Έχτιζαν φωλιές στους βράχους ή σε λαγούμια κάτω στο έδαφος. Ήταν μονογαμικά και κάθε χρόνο επέστρεφαν στις ίδιες αποικίες για αναπαραγωγή.

Απορροφημένος να τα κοιτάζει, δεν έδωσε σημασία στο ελαφρύ κούνημα της γης. Από τις σπασμωδικές όμως κινήσεις των πουλιών κατάλαβε πως κάτι συμβαίνει. Ένιωσε πάλι ένα κούνημα, μεγαλύτερο αυτή τη φορά, και τότε είδε πέρα στον παγετώνα μια λάμψη. Ο φλοιός της γης σχίστηκε. Ένα μακρύ κόκκινο ποτάμι ξεχύθηκε και μικρά σιντριβάνια πετούσαν φωτιές στον ουρανό.

Ο Άρναρσον ταράχτηκε όπως στο όνειρο. Ένιωσε τις κόκκινες κηλίδες να ανθίζουν στο δέρμα του. Η κίτρινη λάμψη τον τύφλωνε. Η μυρωδιά του θείου τον έπνιξε.

Μια μικρή φρατέρκουλα ήρθε και κάθισε στον ώμο του.

Φοβισμένη.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly