Μικρός ήμουν, δημοτικό πρώτες τάξεις. Γενάρης, αρχές. Είχαμε πάει με το λεωφορείο σ’ ένα χωριό, έμενε εκεί μια ξαδέρφη της μαμάς. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γιόρταζαν στο καφενείο της πλατείας τη γυναικοκρατία. Μαζεύονταν απ’ το μεσημέρι, έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν, άντρες δεν έμπαιναν μέσα, ούτε καν απ’ έξω κοτούσαν να περάσουν, κάθονταν με τα παιδιά. Στοίβα τα πιάτα στον νεροχύτη, κονσέρβα Σβαν για φαγητό, ασκούπιστο το σπίτι, δουλειές δεν έκαναν. Εγώ δεν ξεκολλούσα τότε απ’ τη μάνα μου, πάτησα πόδι, την ακολούθησα. Σ’ ένα τραπέζι στη γωνία έτρωγα πατάτες τηγανητές και χάζευα. Δίπλα μου μια γριά, μαύρο τσεμπέρι, ρυτίδες, αδύνατη στέκα. Κοίταζε το ξεφάντωμα αγέλαστη. Κοίτα χαρά και κακό, γυρνάει σε μια στιγμή και σταυροκοπιέται. Σάματις δε θα πλύνουν το βράδυ αυτές τα λερωμένα. Ξινά θα τους βγουν τα γέλια. Εγώ δεν καταλάβαινα· εδώ γλέντι γινόταν, αυτή σα να ’ταν σε κηδεία έκανε.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Gordon Parks. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








