frear

Έρημος πίσω απ’ τους τοίχους – της Ρένας Λασπίτη

Ήρθες πάλι στο σπίτι μας. Θυμήθηκα τότε που μου είχες πει ότι το Παγκράτι είναι από τις λίγες γειτονιές στην Αθήνα που θα μπορούσες να μείνεις. Δεν μου άρεσε τόσο όσο η περιοχή που έμενα πριν, αλλά δέχτηκα να μείνουμε εκεί χωρίς να με νοιάζει. Όλα τα παλιά μου όχι μαζί σου έγιναν ναι. Ένα τέτοιο μεγάλο, σίγουρο ναι σου είπα όταν μου ζήτησες να παντρευτούμε. Χρήματα είχαμε ελάχιστα αλλά ούτε αυτό με ένοιαζε. Βρήκαμε ένα μικρό διαμέρισμα και το νοικιάσαμε. Χώρεσε όλα τα όνειρα, τους δίσκους, τα βιβλία, τους καυγάδες, τις συμφιλιώσεις, τις συζητήσεις, τις φλύαρες σιωπές, τους θυμούς, τα γέλια, τις απελπισίες, τον έρωτά μας. Χώρεσε και εκείνη τη μεγάλη λύπη μας τότε που μάθαμε ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιδί και εσύ με έπαιρνες στην αγκαλιά σου τα βράδια και ενώ έκλαιγα με παρηγορούσες λέγοντάς μου: «Δεν με νοιάζει, εσύ είσαι το μωρό μου, το παιδί μου, και εγώ το δικό σου. Μαζί θα μεγαλώσουμε», και έτσι και έγινε. Μεγαλώναμε μαζί με λύπες και χαρές, και ο καιρός πέρναγε. Εμφανίστηκαν οι πρώτες ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια μου, στο μέτωπο οι δικές σου, αλλά δεν πείραζε, έτσι είναι η ζωή και εμείς τη ζούσαμε μαζί, και αυτό έφτανε και περίσσευε.

«Ήρθες αγάπη μου επιτέλους. Σου έχω πει, δεν θέλω να φεύγεις. Πεθύμησα το πρόσωπό σου, τα μάτια σου, τη χροιά της φωνής σου, τον τρόπο που μου μιλάς, τον τρόπο που μ΄ακούς, το σώμα σου όταν στέκεται όρθιο περήφανο μπροστά απ΄το παράθυρο και παρατηρείς με παιδική περιέργεια τον κόσμο έξω, τα βήματά σου στο ξύλινο πάτωμα του σαλονιού μας, τα δάχτυλά σου όταν γυρίζουν τις σελίδες των βιβλίων ή όταν ξύνουν το μέτωπό σου γιατί σκέφτεσαι. Μ’ ακούς;», μα εσύ δεν μου απαντάς, μόνο μ’ ακούς σιωπηλός.

Τον τελευταίο καιρό δεν μένουμε ακριβώς μαζί. Είμαστε ακόμα μαζί αλλά με έναν επώδυνο τρόπο. Έρχεσαι κάποια πρωινά όταν ξυπνάω, κάπως αθόρυβα. Δεν ακούω πια τα κλειδιά σου στην πόρτα να ανοίγουν όπως παλιά, μα μόλις σε αντικρίζω όλο το φως του ήλιου απλώνεται στο σπίτι μας, εισχωρεί σε κάθε χαραμάδα του και ύστερα κάθεται στο πρόσωπό μου. Φτιάχνω καφέ να πιούμε, μου κάνεις παρέα να τον πιω αλλά εσύ ούτε που αγγίζεις τον δικό σου. Δεν μιλάμε, μόνο κοιταζόμαστε και ύστερα απλώνω το χέρι μου στην μπροστινή, πάντα ατημέλητη τούφα των μαλλιών σου και τη χαϊδεύω. Μετά φεύγεις λίγο ξαφνικά και τότε εγώ στεναχωριέμαι,αλλά δεν λέω τίποτα. Ξανάρχεσαι κάποιες φορές να με βρεις στο διάλειμμα στη δουλειά μου για λίγο, ίσα ίσα να κάνουμε μαζί ένα τσιγάρο, και μετά κάποια βράδια. Διαλέγεις εκείνα που σε θέλω ακατάπαυστα, λες και το ξέρεις.

Με παίρνεις στην αγκαλιά σου και εγώ κουρνιάζω σαν έμβρυο μέσα στη ζέστη και στη μυρωδιά της. Αυτή τη μυρωδιά του κορμιού σου που λατρεύω.

Πότε πότε τρομάζω και τραβιέμαι ίσα ίσα για να δω τα μάτια σου, να σε ψάξω. Να σιγουρευτώ ότι είσαι καλά και δεν θα γυρίσεις σε εκείνη τη μαύρη απύθμενη τρύπα που έχεις μέσα σου τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Δεν θέλω να είσαι μόνος σου μέσα σε αυτό το σκοτάδι, θέλω να σε βοηθήσω με όλη μου τη δύναμη, αλλά εσύ δεν μ΄αφήνεις. Τότε είναι που με διώχνεις περισσότερο και εγώ σηκώνομαι και παίρνω ένα ροζ χαπάκι να ηρεμήσω. Μα εσύ θυμώνεις πολύ. Δεν θέλεις να παίρνω τέτοια, για δυνατή με έχεις. Υπάρχουν και φορές που σε κοιτάω και είσαι ήρεμος και τότε μένω ακίνητη. Σχεδόν χωρίς να αναπνέω, μη τυχόν και διαταράξω την ηρεμία σου. Εγώ δεν έχω πια μαύρη τρύπα μέσα μου, παλιά σίγουρα είχα. Εδώ και χρόνια έχει γεμίσει από σένα. Τώρα έχω μόνο ένα πόνο οξύ, διαπεραστικό, και δεν βρίσκω τρόπο ούτε φάρμακα που να τον μαλακώνουν.

Σήμερα πάλι είναι ένα από τα βράδια που ήρθες. Δεν μου φτάνουν αυτές οι επισκέψεις σου, μοιάζουν με σταγόνες νερού πάνω στο διψασμένο στόμα μου ενώ αυτό γυρεύει μια βρύση ανοιχτή που να ρέει με ορμή το νερό μέσα του. Σήμερα πάλι δεν είσαι καλά, δεν διαβάζεις καν το βιβλίο σου όπως συνηθίζεις, κλειστό δίπλα σου πάνω στο κομοδίνο με κολλημένο το σελιδοδείκτη στην σελίδα εβδομήντα τρία. Είσαι κυκλωμένος από καταστροφή, μέσα σε ένα μαύρο σύννεφο ολόκληρος. Καθόμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας, μα ανάμεσά μας λες και έχει υψωθεί ένας τεράστιος τοίχος από πέτρα. Σου δίνω τα χέρια μου να τα πιάσεις, να σε γλιτώσω, να σε βγάλω έξω στο φως, μα δεν τα καταφέρνω. Σε λίγο θα με καταπιεί και εμένα αυτό το σκοτάδι, ένα σκοτάδι που δεν χωράει καμία απόδραση. Σηκώνομαι και βγαίνω έξω απ΄ το δωμάτιο πανικοβλημένη, εσύ μ΄ακολουθείς και ύστερα από λίγο φεύγεις.

Όσο ο καιρός περνάει οι εξαφανίσεις σου πληθαίνουν. Πάνε τρεις μήνες που πας και έρχεσαι στο σπίτι μας. Το βλέμμα, το άγγιγμά σου πάνω μου παγωμένο. Έτσι θα είναι από δω και πέρα, μετά απ’ το χτεσινό βράδυ είμαι βέβαιη. Το ξέρω καλά, δεν θα μου ξανατηλεφωνήσεις. Κοιτάζω το τηλέφωνό μου, βασανίζομαι, θέλω να σηκώσω τ΄ακουστικό, να σε πάρω, να ακούσω τη φωνή σου. Αυτό δεν γίνεται, αυτό που είχαμε τελείωσε. Νοσταλγώ την αρχή που γνωριστήκαμε, όταν με έπαιρνες τηλέφωνο, εκείνη τη γλυκιά συστολή, την υπόγεια τρυφερότητα όταν μου μίλαγες, τον τρόπο που πρόφερες το όνομά μου, το πώς χρωμάτιζες το κάθε του γράμμα, τον τρόπο που το τόνιζες. Το όνομά μου στα χείλη σου ήταν ό,τι πιο όμορφο έχω ακούσει. Και ύστερα με τα χρόνια ήρθε το νοιάξιμο, μια αγάπη βαθιά. Αναπολώ όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα έμαθα κοντά σου. Απ’ την αρχή σε θαύμαζα. Είμαι περήφανη για σένα, για όλα αυτά που ξέρεις, που θέλεις, που κάνεις, που μου λες, και που έχεις δίκιο, αλλά εγώ κάποιες φορές δεν ήθελα τις αλήθειες σου, κοίταζα το φως και πίστευα στα θαύματα.

Αρνιόμουν τα σκοτάδια του κόσμου γιατί πονάνε σαν βουρδουλιές στη γυμνή μου πλάτη, μα μετά από λίγο καιρό ερχόταν η στιγμή που ήξερα ότι είχες δίκιο.

Ποτέ δεν σταμάτησα να σε προκαλώ να γυρνάς το βλέμμα σου στο φως, και όταν το έκανες ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι, και όταν γελούσες νικούσες ακόμα και τον ήλιο.

Από ένα σημείο και μετά μου γελούσες ψεύτικα. Ήταν προφανές ότι θα μ΄αφήσεις αλλά δεν ήθελα να το δεχτώ. Στην αρχή δεν μου το έλεγες, ίσως περίμενες ότι θα το καταλάβω μόνη μου, ίσως έτσι να πίστευες ότι θα πληγωνόμουν λιγότερο. Στο τέλος όμως βλέποντας την άρνησή μου ένα βράδυ μου το είπες. Μου το φώναξες για να το συνειδητοποιήσω, για να σταματήσω πια να ζω με αυτή την ελπίδα. «Θα φύγω, δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό, οτιδήποτε άλλο πιστεύεις είναι μέσα στο μυαλό σου», έτσι μου πες και εγώ άρχισα να κλαίω απαρηγόρητη. Ήθελα μόνο αυτή τη φορά να έκανες λάθος ή να μου έλεγες ψέματα, να μην ήταν αλήθεια, να μπορούσαμε να ζούσαμε μαζί, να μη χωρίζαμε.

Κάποιος άλλος τελικά διάλεξε για μας, κάποιος που δεν υπολογίζει τίποτα, κάποιος που όταν βάλει έναν στόχο τον πετυχαίνει πάντα. Κάποιος που είναι άδικος και σκληρός. Αυτός διάλεξε να ζήσω εγώ χωρίς εσένα. Πάνε τρεις μήνες που έφυγες από αυτή την κωλοαρρώστια αγάπη μου και κοντεύω να τρελαθώ. Ναι ξέρω θα μου πεις να προχωρήσω μπροστά, μα εγώ αδυνατώ. Κοιτάζω τα λουλούδια μας στο μπαλκόνι, μαράθηκαν. Στο στραγγιστήρι της κουζίνας η κούπα σου πλυμένη αχρησιμοποίητη. Στο γραφείο τα πράγματά σου σκορπισμένα δίχως τα χέρια σου πάνω τους. Στην κρεμάστρα το αγαπημένο σου παλτό άδειο, το αγκαλιάζω ολόκληρο, χώνω το πρόσωπό μου μέσα του να σε μυρίσω αλλά η μυρωδιά σου αρχίζει να φεύγει και αυτή. Το πρόσωπό σου μόνο στις φωτογραφίες. Η φωνή σου έπαψε και είμαι τρομοκρατημένη. Κοιτάζω γύρω μου, μια έρημο βλέπω, το σπίτι μας μίκρυνε, σε λίγο δεν θα υπάρχει, οι τοίχοι του κινούνται προς το μέρος μου απειλητικά, θα με συνθλίψουν, τα πόδια μου δεν με κρατούν, γονατίζω κάτω σκύβω το κεφάλι μου, σκεπάζω το πρόσωπο μου με τα χέρια μου και ουρλιάζω.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Edward Hopper. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly