«Δηλαδή, όλο αυτό ήταν ένα ψέμα;»
Καθώς στρίβαμε στην τελευταία έξοδο, το αυτοκίνητο είχε αποκτήσει μεγάλη ταχύτητα και όρμηξε. Σήκωσα το πόδι απ’ το γκάζι και κοίταξα τον ουρανό πίσω απ’ το ταμπλό. Μαύρα σύννεφα, γεμάτα με τόνους βροχής, αλλά δεν ήταν ακόμη η ώρα. Όχι ακόμη.
«Εξαρτάται από το πώς ορίζεις το ψέμα. Δεν πιστεύεις ότι το ψέμα είναι μια διαφορετική εκδοχή της πραγματικότητας; Εγώ λέω πως ναι, όλο αυτό ήταν ένα ψέμα».
«Τουλάχιστον θα μ’ αφήσεις να σου εξηγήσω; Δεν θέλω να σε βλάψω απ’ όλο αυτό».
«Το κάνεις».
Βλέπαμε τα πρώτα κτίρια. Οι αγουροξυπνημένοι ένοικοι στεκόταν μπροστά απ’ τα παράθυρα και εισέπνεαν το πρωινό. Το παρμπρίζ θάμπωσε. Μια αίσθηση υγρασίας έγλειφε περιμετρικά τις άκρες των παραθύρων. Τα μάτια γεμάτα δάκρυα.
«Θέλω να με πιστέψεις. Ξέρεις ότι σ’ αγαπώ. Αυτό θα είναι απλά ένα μελανό σημείο και θα μπορέσουμε να πάμε παρακάτω».
«Απλά; Δεν ξέρω αν μπορώ να σε πιστέψω πια».
Το αχνό φως του χειμωνιάτικου πρωινού ανακατευόταν με χρυσούς, λευκούς και κόκκινους σπινθήρες. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμη κλειστά. Όπως εσύ άλλωστε.
«Σου λέω ότι ήταν απλώς ένα λάθος. Τέλος. Θ’ αλλάξουν όλα, θα το δεις».
«Ήταν ένα ψέμα».
«Έστω ένα ψέμα».
«Ένα τεράστιο ψέμα, το ότι προσποιήθηκες ολόκληρη εγκυμοσύνη, μόνο και μόνο για να καταφέρεις…»
«Άσε με να σου εξηγήσω…»
Ο δρόμος μπροστά μας φαινόταν άγνωστος και παράξενος. Όλη αυτή την στιγμή δεν είχα καταλάβει καν που ήμασταν. Οι πολυκατοικίες μπροστά μας διέγραφαν ένα κλειστό πι. Αδιέξοδο. Τράβηξα χειρόφρενο και βγήκα έξω. Τα σύννεφα είχαν φουσκώσει και διπλιαστεί σε μέγεθος απ’ ότι πριν. Οι πρώτες στάλες έπεσαν σιγανά επάνω στο κεφάλι μου. Μετά ξεκίνησε η νεροποντή.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







