Αναγκάστηκε να στηριχτεί σ’ ένα αυτοκίνητο πριν συνεχίσει τον δρόμο του. Το μισοσκόταδο τον μπέρδευε. Δεν ήξερε αν ήταν πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το απόγευμα. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά κι ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Περπάτησε άλλο ένα τετράγωνο πριν κατευθυνθεί προς το κέντρο. Διέσχισε τον δρόμο και μια μηχανή μαρσάρισε δίπλα του. Προσπάθησε να φανταστεί πώς θα του φαίνονταν όλα αυτά μετά από έναν μήνα. Μετά από έναν χρόνο. Σταμάτησε. Το στομάχι του ανακατεύτηκε πάλι.
Κράτησε το βλέμμα του προσηλωμένο στο πεζοδρόμιο. Τα αυτοκίνητα τον προσπερνούσαν. Μερικοί οδηγοί έκοβαν ταχύτητα. Έκανε κρύο. Περπάτησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέχρι να φτάσει στο γραφείο. Γύρισε το κλειδί απαλά και η πόρτα άνοιξε. Άραγε είχε βγει στο μπαλκόνι να τον δει να φεύγει;
Το γραφείο ήταν ήσυχο, το φως αναμμένο και ο δερμάτινος καναπές κρύος και στριμωγμένος στη γωνία.
Κάθισε στην περιστρεφόμενη καρέκλα και το βλέμμα του μαγνητίστηκε από τα ρόδια που εκείνη είχε σωριάσει στην πιατέλα.
Ο θόρυβος από το πεσμένο στο πάτωμα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οι σπασμένες μπάλες. Τα γυμνά της πόδια.
Πήρε το κινητό στα χέρια. Το κοίταξε όπως κάποιος θα κοιτούσε μια μεγάλη αράχνη που του έχουν πει ότι είναι βαλσαμωμένη.
Πάτησε τα πλήκτρα με κοφτές, γρήγορες κινήσεις παρατηρώντας με εκνευρισμό το ανεπαίσθητο τρέμουλο στα χέρια του.
Αναρωτήθηκε τι θα της έλεγε, αν σήκωνε το τηλέφωνο.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







