Ο πρωινός χειμωνιάτικος αέρας παγώνει τα μάγουλα και ανακατεύει τα μαλλιά μου. Πάλι δεν φόρεσα κράνος. Ξεχύθηκα στη λεωφόρο σαν καβαλάρης που προσπαθεί να ημερέψει το ατίθασο άτι του. Άργησα για άλλη μια φορά! Το χθεσινό ξενύχτι, στο αυτοσχέδιο πάρτι του κολλητού μ’ έφερε σπίτι γύρω στις πέντε. Μόλις που πρόλαβα να βρέξω το πρόσωπό μου. Ποιος ακούει τώρα το αφεντικό και την γκρίνια του. «Οι πελάτες δεν περιμένουν. Αν δεν έχουν το πρωινό καφεδάκι, στην ώρα του, θα καλέσουν άλλο delivery».
Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Αυτό μου έδινε την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος δεν έτρεχε όσο εγώ. Τρία φανάρια ακόμα μέχρι το Σύνταγμα. Μετά, θα περάσω ξυστά από τις λιμουζίνες μπροστά στη Μεγάλη Βρετανία και διασχίζοντας κάθετα τη Σταδίου, θα χαθώ στα στενά της Κολοκοτρώνη. Χωρίς να το καταλάβω, θα φτάσω στο café πριν από όλους. Ξαφνικά, μια δυνατή σταγόνα βροχής στο μέτωπο διακόπτει κάθε σκέψη μου. Ακολουθούν και άλλες, μέχρι που η ξαφνική μπόρα με αναγκάζει να σταματήσω σε μια στάση λεωφορείου. Καλώ στο κινητό το αφεντικό. Σήμερα έχω καλή δικαιολογία για την αργοπορία μου. Περίεργο. Δεν απαντάει. Σίγουρα θα έχει το ίδιο πρόβλημα. Η δυνατή σειρήνα ενός ασθενοφόρου που περνάει μπροστά, μου τρυπάει τ’ αφτιά. Μένω αδιάφορος στο θέαμα. Όταν είσαι είκοσι χρονών φλερτάρεις με τον θάνατο. Μόνο του χαμογελάς και του γυρίζεις την πλάτη. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου, να τη ζήσεις στο κόκκινο. Να τη γευτείς μέχρι το τέλος. Σαν νικητής, που κραδαίνει το τρόπαιό του, στους μεγαλύτερους.
Η βροχή έχει κοπάσει. Δύο περιπολικά με προσπερνούν. Ένας τροχονόμος ρυθμίζει νευρικά την κίνηση. Φτάνω στο σημείο που αίμα και νερό ζωγραφίζουν ένα παράξενο ρυάκι. Πιο πέρα το αφεντικό μου πάνω από το άψυχο σώμα ενός νεαρού ντιλιβερά. Ο νέος συνάδελφος. Μόλις πριν λίγες μέρες έπιασε δουλειά. Προσωρινά. Μέχρι την Πρωτοχρονιά…
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







