Δεν είχε ακόμα ξημερώσει καλά-καλά απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει. Ο δρόμος απ’ έξω φορούσε ακόμα το ελαφρύ πέπλο της νύχτας. «Πού να βρίσκομαι άραγε;», διερωτήθηκε, γυρίζοντας αριστερά-δεξιά, ανόρεχτα και νωχελικά. Χυμένος δίπλα από την τζαμαρία μιας παλιάς πολυκατοικίας, έκανε να σηκωθεί. Το κεφάλι του βαρύ και τα πόδια του ίσα που τον στήριζαν. Ούτε θυμόταν πόσο είχε πιεί το προηγούμενο βράδυ, όχι πως είχε κάποια σημασία, ειδικά σήμερα. Βγαίνοντας έξω είδε πως τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα αλλά ακόμα κλειστά. Σήκωσε τον γιακά του, ασπίδα στην πρωϊνή υγρασία, ανήμπορος όμως να καλύψει την τρύπα που έχασκε στη θέση της καρδιάς του.
Το βλέμμα του έπεσε στον πλανόδιο μουσικό, λίγα μέτρα πιο κάτω που έστηνε την μικρή του ορχήστρα υποσχόμενος την καλλιτεχνική νότα της ημέρας. Τον πλησίασε κουβαλώντας ένα σαρκαστικό χαμόγελο και το βλέμμα αυτού που δεν έχει να χάσει τίποτα, πολύ απλά γιατί τα έχει ήδη χάσει. «Παίξε κάτι φίλε μου για μένα ή καλύτερα για την καρδιά μου, την τρύπια καρδιά μου» και έδειξε την τρύπα που κουβαλούσε στη θέση της. Ο μουσικός κοίταξε την τρύπα, σα να ‘θελε να ζυγίσει την σοβαρότητα της κατάστασης και με θαυμαστό επαγγελματισμό διάλεξε από τα αραδιασμένα μουσικά όργανα γύρω του, μια κιθάρα. Ξεπήδησε μια ζεστή μελωδία, σαν χάδι, μια μπαλάντα. «Αυτό είναι», ψιθύρισε ο άντρας θλιμμένα, «η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς». Έβαλε το χέρι του στη τσέπη και το άγγιξε. Ήταν εκεί ασάλευτο, παγερό περιμένοντας την στιγμή του. Με μια κίνηση το έριξε στην ανοιχτή θήκη της κιθάρας και απομακρύνθηκε σκυφτός.
Ο μουσικός, ώρες μετά αντίκρισε ένα γυαλιστερό μονόπετρο ανάμεσα στα κέρματα των περαστικών και χαμογέλασε. Σήμερα έκανε καλή μπάζα και γιατί όχι όλο και κάποια τρύπα θα ‘κλεινε μ’ αυτή την «κοτρώνα».
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







