Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Οι φανοστάτες έσβησαν αφού η Ζωή είχε ξεκλειδώσει το μαγαζί κι έπιασε να καθαρίζει.
Ξημέρωνε κι αυτή νύσταζε. Το βράδυ η μητέρα της είχε ανεβάσει πίεση και ξαγρύπνησε ξύνοντας με μανία το γυμνό της κρανίο.
«Η παλιοπερούκα φταίει», μουρμούριζε αλλά τη φορούσε ανελλιπώς απ’ τις πρώτες μέρες της χημειοθεραπείας, γιατί δεν άντεχε να βλέπει το γυμνό της κρανίο στον καθρέφτη.
Η Ζωή της μιλούσε όλο το βράδυ για κάποιες διακοπές στη Χαλκιδική· «Θυμάσαι;». Στις πέντε παρά τέταρτο έφυγε τρέχοντας απ’ το μικρό διαμέρισμα, όπου ζούσαν οι δύο τους από πάντα.
Δεν πρόλαβε να βαφτεί κι ο μάνατζερ, ο Μάρκος, θα θύμωνε. Τους το ’χε ξεκαθαρίσει: «Ακόμη και με μάσκα, θα βάφεστε. Ο πελάτης θέλει όμορφες παρουσίες μαζί με τον πρωινό του καφέ, όχι μπάζα».
Τακτοποιώντας τα φακελάκια με τις ποικιλίες καφέ, η Ζωή ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη της, ο λαιμός της στεγνός, τα μάτια της έτσουζαν. Και το χειρότερο, κατουριόταν.
«Δεν μας παίρνει», εξήγησε ο Μάρκος όταν απολύθηκε και η τελευταία καθαρίστρια. «Μια γριπούλα είναι. Στην τουαλέτα θα ρίχνετε λίγη χλωρίνη, θα περνάτε και το κάθισμα με λίγο χαρτί και δεν θα πάθετε τίποτα».
Την τουαλέτα την χρησιμοποιούσε όλο το προσωπικό, δεκαπέντε άτομα. Εκείνος κατουρούσε στο γραφείο του, στον πρώτο όροφο. Η χλωρίνη σύντομα τελείωσε. Το ίδιο και το αντισηπτικό για το προσωπικό.
«Πολύ μυγιάγγιχτη είσαι», γάβγισε στη Ζωή όταν του το επεσήμανε. «Και μη μου γραφτείς σε κάνα σωματείο, γιατί θα ψάχνεις δουλειά Χριστουγεννιάτικα».
Η Ζωή άνοιξε το ράδιο και στάθηκε πίσω απ’ τον πάγκο για να υποδεχτεί τον πρώτο πελάτη της ημέρας. Η φωνή του Τζον Λέννον απλώθηκε στο χώρο: War is over, if you want it. Πίσω απ’ τη μάσκα της, η Ζωή χαμογέλασε.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







