Σήμερα θα έγραφε επιτέλους το χριστουγεννιάτικο διήγημα του. Πήρε μολύβι και χαρτί, έκατσε στο γαλάζιο του γραφείο κι’ άρχισε να σκαλίζει γράμματα στην λευκή κόλλα. «Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά». «Μέχρι εδώ καλά», σκέφτηκε. Μόνο που η πρώτη αυτή πρόταση έμεινε να αιωρείται δίχως συμπλήρωμα, δίχως συντροφιά, μια διαρκής υπενθύμιση της απόλυτης ανικανότητάς του να κινηθεί πέραν του δεδομένου. Μα ήταν πάντοτε η εκάστοτε πρώτη πρόταση –μια χούφτα γράμματα και μια λειψή ιδέα– που έμενε μετέωρη, σαν μια λιτή επιγραφή σκαλισμένη στο φέρετρο των ποιητικών του ονείρων. Είχε βέβαια πάθος για την λογοτεχνία, αυτό να λέγεται. Μόνο που του έλειπαν οι κατάλληλες εκείνες λέξεις που θα έκαναν τον αναγνώστη να τον πάρει στα σοβαρά.
Τον πόναγε να κοιτά το λευκό χαρτί μπροστά του. Εντός του αντίκριζε τ’ αντικαθρέφτισμα του μέσα του κενού. Ένιωσε ξαφνικά την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ίλιγγος, ίλιγγος πάνω απ’ την άβυσσο κι έπειτα αγωνία. Ασυνείδητα ο νους του πήγε στον Μόμπι Ντικ και την φριχτή λευκότητα του κτήνους. Ανατρίχιασε. Για να ξεχαστεί κάρφωσε το βλέμμα του στις ζωγραφισμένες αμυγδαλιές στον τοίχο. «Τα καταστήματα ήταν στολισμένα…». Μα ποια καταστήματα τέλος πάντων; Δεν ήθελε βέβαια αυτός να γράψει για καταστήματα κι άλλες τέτοιες κοινοτοπίες. Έγνοιες άλλου είδους, σπουδαίες και υψηλές, το νεανικό του πνεύμα τάραζαν.
(Έχει κι η ματαιοδοξία τα όριά της, θα πείτε. Ουδεμία ένστασις.)
Τέλος τ’ αποφάσισε. Τα βρόντηξε κι ησύχασε. «Δε βαριέσαι… Ίσως αύριο… περισσότερη έμπνευση…», ψέλλισε με χαμηλωμένα μάτια. Απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο ανέβαιναν ήχοι γιορτινής μουσικής. Σαν αυτόματο, ο νους του άρχισε να επαναλαμβάνει μηχανικά την φράση: «Χριστούγεννα σημαίνει ελπίδα», ξανά και ξανά, δίχως σταματημό, σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία που κέρδιζε ορμή με κάθε νέα απαγγελία. Χαμογέλασε με την αφέλειά του κι ανακουφισμένος έπιασε να λύνει προβλήματα σε μια παλιά σκακιέρα.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







