Η ιδέα του ήρθε αιφνιδίως ως αστραπή χαράσσουσα τον καλοκαιρινό νυκτερινό ουρανό. Για την αναμονή της απομονώθηκε από όλους, γράφοντας και σχίζοντας χαρτιά ολημερίς, διακόπτοντας κάθε επικοινωνία ακόμη και τη στοιχειώδη. Πρόσωπό του συγγενικό, του κρεμούσε το καθημερινό φαγητό στην πόρτα το, δίχως να χτυπήσει, την επομένη έπαιρνε το άδειο σκεύος και έβαζε το φρέσκο φαγητό. Η εναλλαγή αυτή, γεμάτου- άδειου σκεύους ήταν και η μόνη ένδειξη ότι ήταν καλά στην υγεία του. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, όπου καθισμένος όλη μέρα, για να μη δαπανά και το ελάχιστο των δυνάμεων του, ανέμενε την έλευση της έμπνευσης, κάθησε στο γραφείο, άνοιξε το συρτάρι που φύλαγε τα χαρτιά και τα μολύβια του. Δυστυχώς δεν κατάλαβε ότι είχε καταναλώσει και το τελευταίο φύλλο χαρτιού. Ντύθηκε γρήγορα, βγήκε από το σπίτι του, κατευθυνόμενος γοργά, στο γνώριμόν του χαρτοπωλείο, στον μεγάλο εμπορικό δρόμο.Τ ο μεγαλύτερο μέρος του εγκεφάλου του ησχολείτο με τη διατήρηση της επελθούσας αποκαλύψεως, όπως προσπαθούν δυο χέρια να φυλάξουν τη φλόγα κεριού από τον άνεμο. Μικρό μόνο μέρος της νοητικής του ικανότητας εδαπάνα στην παρατήρηση των γύρω συμβάντων και στον προσανατολισμό στον χώρο. Φτάνοντας στο χαρτοπωλείο έκανε να ανοίξει την πόρτα του. Ήταν κλειστή. Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα βλέφαρά του, σαν φακός φωτογραφικής μηχανής που θέλει να εστιάσει καλύτερα, κοιτάζοντας γύρω του. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα γιορτινά και ολόφωτα αλλά ακόμα κλειστά. Η φωτεινή επιγραφή του απέναντι κρεοπωλείου έδειχνε με εναλλασσόμενο ρυθμό: «θερμοκρασία: 14c», «Ημερομηνία: 25/12/20…», «Το κατάστημά μας σας εύχεται χρόνια πολλά». «Πέρασα τόσον καιρό, κλεισμένος, περιμένοντας, και τώρα δεν έχω χαρτί να γράψω» συλλογίστηκε. Περιέφερε το βλέμμα του, βρήκε κάτω ένα κομμάτι σπασμένο κεραμίδι. Το πήρε έσκυψε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να γράφει.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







