Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά, αλλά ακόμη κλειστά. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε ένα εικοσάλεπτο έως ότου ανοίξουν. Το καφέ στην άλλη πλευρά του δρόμου ήταν ανοικτό. Καθώς πλησίαζε η μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα. Ο δυνατός αέρας του κτυπούσε το πρόσωπο και ανακάτευε τα λιγοστά λευκά μαλλιά του.
Η μορφή της ξεπρόβαλλε μπροστά του, κατέκλυσε τον νου του, τη σκέψη του. Μέχρι χθες ακόμη ήταν μαζί και τώρα, ύστερα από τριάντα χρόνια συμβίωσης, έμεινε μόνος στο σπίτι που κάποτε ήταν γεμάτο από την παρουσία της, την αγάπη και την τρυφερότητά της. Γιατί μου το έκανες αυτό, γιατί, πώς μπόρεσες να φύγεις τώρα που σε είχα περισσότερο ανάγκη από ποτέ; Τώρα που είμασταν μόνο οι δυο μας, τώρα που τα παιδιά μας είχαν πια τις δικές τους οικογένειες. Τι θ’ απογίνω χωρίς εσένα, χωρίς το χαμόγελό σου, τη ζεστή σου αγκαλιά.
Τα δάκρυά του μπερδεύονταν με τον καφέ που άχνιζε καθώς τον έφερνε στα παγωμένα χείλη του.
Η ώρα πέρασε, τα μαγαζιά άνοιξαν τις γιορτινές αγκαλιές τους. Τάχυνε το βήμα του, ανυπομονούσε να διαλέξει το δώρο για την αγαπημένη του εγγονή την Άννα, που είχε το ίδιο όνομα με εκείνην.
Και φέρνοντας στο νου του το όμορφο ξανθό κεφαλάκι της η παρηγοριά τρύπωσε στην πληγωμένη του καρδιά.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







