Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Δεν την ένοιαζε. Εκείνη είχε ό,τι χρειαζόταν.
Τοποθέτησε πάνω στο τζάκι το τελευταίο γιορτινό διακοσμητικό. Ένα μικρό ξύλινο ελάφι. Όλα είχαν βρει τη θέση τους πια. Το σημείο που στόλιζαν δέκα χρόνια, χωρίς αλλαγή. Πίστευε πως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις αλυσιδωτές επιπτώσεις που έχει τη δύναμη να επιφέρει μια φαινομενικά ασήμαντη αλλαγή.
Έβαλε τα φωτάκια στην πρίζα. Έλαμψε το σαλόνι. Φανερώθηκαν και οι σκιές. Οι ίδιες, δέκα χρόνια, χωρίς αλλαγή. Τις υποδέχτηκε με ανακούφιση. Κανένα κενό στη ζωή της.
Κάποτε έκανε πως δεν τις έβλεπε. Εκείνες επιβλήθηκαν. Ρίζωσαν στους τοίχους. Αναρριχήθηκαν μέσα της. Προσπάθησε να κρατήσει τυπικές σχέσεις μαζί τους. Όχι πολλά πάρε δώσε. Τους έδωσε ονόματα ψυχρά, σχεδόν υβριστικά· να νιώσουν πως δεν ήταν καλοδεχούμενες. Τις αποκαλούσε μώλωπες απ’ το βαρύ άγγιγμα του χρόνου ή μουντά τίποτα μονόπλευρου έρωτα ή μαύρες τρύπες στο σώμα της ψυχής. Εκείνες δεν προσβλήθηκαν. Επίμονες και πιστές της απέδειξαν πως ήταν κομμάτι του είναι της.
Έγιναν οι καλύτερες φίλες. Τις προσμένει πια για να περάσουν μαζί τις γιορτές. Απολαμβάνει τη βουβή επικοινωνία μαζί τους. Την απόλυτη ησυχία της βαθιάς οικειότητας. Την χωρίς την παραμικρή λέξη, μεστή συνομιλία τους. Την τρυφερότητά τους. Στοργικά την κλείνουν στην αγκαλιά τους· στην αυθεντική αγκαλιά της σιωπής. Την προστατεύουν από εύθραυστα λόγια. Λόγια που σπάζοντας χαρακώνουν.
Κάθε χρόνο στολίζει όλο και νωρίτερα. Για να παρατείνει τον χρόνο μαζί τους. Πονά όταν έρχεται η ώρα να βγάλει από την πρίζα τα φωτάκια. Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς τις ολόδικές του σκιές.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







