Ένα πάπλωμα από κόκκινο, πορτοκαλί και καφέ έχει κάτσει στο μαρμάρινο μου μπαλκόνι, επιτέλους καπνίζω χωρίς ενοχή ένα από τα μετρημένα μου τσιγάρα και αγκαλιάζω από το παράθυρο τη φθινοπωρινή μου γειτονιά.
Λίγους μήνες μετά, το χάραμα, τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα αλλά ακόμα κλειστά. Ανάμεσα σε έναν φούρνο και μια πολυκατοικία βρήκα σφηνωμένο ένα κατάστημα με παιχνίδια που δεν του είχα δώσει ποτέ σημασία. Πλησίασα και είδα μέσα από τη θολούρα των αισθήσεών μου τη βιτρίνα με τους μολυβένιους στρατιώτες και τις γαλάζιες μπαλαρίνες, ταράνδους πνιγμένους στο χνούδι τους και έλκηθρα να καθρεφτίζουν το λαμπερό φως πάνω στο ξύλο, είδα τα ασπροκόκκινα γλυφιτζούρια και τα πρασινόμαυρα ξωτικά να μοιράζονται ένα βάθρο με τον Άγιο Βασίλη, κι από όλα εκεί, στην κάτω δεξιά γωνία μου τράβηξε την προσοχή ένα παλιός viewmaster. Με βλέμμα ανθρώπου που κοιτάζει νεογέννητο, είχα βάλει τα χέρια μου στις τσέπες και τον παρατηρούσα.
Μια υπάλληλος με κόκκινο πουλόβερ και κοκάλινα γυαλιά ήρθε, έστριψε το κλειδί της γυάλινης πόρτας και χαμογελαστά μου είπε: «Χρόνια…, θέλετε… το viewmaster;…» αλλά, η θολούρα σκέπαζε τις λέξεις της και άρχισα να χάνω την ισορροπία μου. Βουλιάζοντας μέσα στο χιόνι με τα χέρια ανοιχτά, άρχισα να αναρωτιέμαι κοιτάζοντας για τελευταία φορά τον ουρανό, αν στο viewmaster θα μπορούσα να δω ποδιές λερωμένες με φρουτόκρεμα ή τροχαία ποδηλάτων με βοηθητικές ρόδες. Ίσως δω το φιλί δύο ερωτευμένων στο προαύλιο ενός λυκείου ή μια ρουφηξιά καπνού μπροστά στο Αριστοτέλειο, μάλλον θα δω έναν ενοχλημένο οδηγό στην Καμάρα ή… όχι… σίγουρα θα δω το χαμόγελο δύο γονιών στην παιδική κρεβατοκάμαρα. Θα τα έβλεπα όλα και δε θα έβλεπα τίποτα, γιατί παίρνω μαζί μου το σημαντικότερο, την στιγμή με τα πορτοκαλί φύλλα, τη στιγμή που αποφάσισα να ζήσω ανάμεσα τους στη γειτονιά που μεγάλωσα –και όχι τυλιγμένος στα κάτασπρα φύλλα μιας κλινικής.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







