Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Ξεκίνησε τη διαδρομή της από την αρχή του εμπορικού δρόμου. Φορούσε το παλτό που είχε αγοράσει στις αρχές του χρόνου. Μόλις το είδε, το ερωτεύτηκε. Η τιμή λίγο παραπάνω από το βαλάντιο που άντεχε η τσέπη της. Όμως σκεφτόταν πως νέα χρονιά ήρθε, να μην ανανεώσει την γκαρνταρόμπα της; Μπορεί να φέρει και γούρι. Θα είναι o νέος της σύμμαχος σε κάθε περιπέτεια. Πλέον, έναν χρόνο μετά, είχε χάσει λίγο από τη λάμψη του χρώματός του και τα μανίκια του είχαν φθαρεί, όμως συνέχιζε να το φορά. Το αγαπούσε ναι, δεν ήταν πως δεν είχε τα χρήματα να πάρει καινούργιο. Μόλις δύο μήνες ήταν που ποτέ το πρωί πια δεν έβαζε ξυπνητήρι. Στον δρόμο που διέσχιζε χάζευε όλα τα γιορτινά εκθέματα που είχαν τοποθετήσει με ευλαβική προσοχή οι διακοσμητές στις βιτρίνες.
Συνέχιζε τον περίπατό της και χάζευε το στολισμένο δέντρο στο κεντρικό σημείο του δρόμου. Είχε και δώρα στη βάση του. Ο δρόμος ήταν άδειος. Έτσι, πλησίασε και ακούμπησε το κουτί.
Κενό… ένα δώρο χωρίς περιεχόμενο… Ένα γλυκόπικρο μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Ίσως έτσι να είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις. Χαίρεσαι μόλις έρχονται στη ζωή σου, είναι ένα όμορφο δώρο όλο υποσχέσεις που ποτέ δε λέγονται αλλά υπόγεια δημιουργούν προσδοκίες. Λαχταράς να τις ζήσεις, όπως λαχταράς να ανοίξεις το δώρο σου. Πολλές φορές όταν το δώρο είναι από πραγματική αγάπη, σου δημιουργεί μια υπέροχη αίσθηση ευφορίας. Όμως αν είναι σαν αυτό, κούφιο, τότε σε στενοχωρεί, σε κάνει να χάνεις την ελπίδα σου∙ σου σφίγγει ακόμα πιο έντονα τη θηλιά της μοναξιάς.
Ένας ενοχλητικός ήχος της διέκοψε τον ειρμό. Το ρολό από το κατάστημα με τα ρούχα, από εκεί είχε πάρει πέρυσι το παλτό. Ο καταστηματάρχης της χαμογέλασε και της είπε: Θα περάσετε να ρίξετε μια ματιά;
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







