frear

Στην προθήκη ενός εμπορικού – του Βαγγέλη Δρόσου

Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Κοιτούσε αχόρταγα τις ξέχειλες βιτρίνες, τις φορτωμένες με όλα τα καλά από κάθε γωνιά του κόσμου. Πάντα του αποξεχνιόταν μπροστά στις βιτρίνες και μπορούσε να περνάει μπροστά τους ώρες αμέτρητες, πόσο μάλλον τώρα που είναι πιο φωτεινές και πιο όμορφα διακοσμημένες από ποτέ.

Σαν και τώρα θυμάται τον εαυτό του μικρό να χαζεύει ολάκερα απογέματα τη μικρή, φτωχική –αν τη συγκρίνει κανείς με τις σημερινές– προθήκη του βιβλιοχαρτοπωλείου της γειτονιάς του στην Άνω Πόλη. Παρατηρούσε κάθε ελάχιστη και αθέατη γωνιά της, πολεμώντας να φωτογραφήσει με τα ολοστρόγγυλα πράσινα μάτια του όσα περισσότερα μπορούσε να χωρέσει στο παιδικό μυαλό του: τα πολύχρωμα κραγιόνια και μολύβια, τις ακριβές γυαλιστερές σχολικές τσάντες και τα χρυσόδετα σημειωματάρια. Κυρίως, όμως, το βλέμμα του μαγνητιζόταν από τα παιχνίδια. Παιχνίδια που σήμερα θεωρούνται απλοϊκά ή και παρακατιανά, τότε έβρισκαν περίοπτη θέση στην καρδιά και τα όνειρά του. Κοιτούσε τις τιμές τους, κάνοντας πρόχειρους υπολογισμούς και σχέδια, για το πώς θα τα αποκτήσει, μα με τα περισσότερα κατάφερνε να παίξει εκεί μπροστά, στο πλακόστρωτο του μικρομάγαζου, νοερά.

Μαθητής λυκείου, κατέβαινε για φροντιστήριο στην Εγνατία. Κι όποτε βαριόταν να μπει στο μάθημα, θα στεκόταν μπροστά από τις μεγάλες βιτρίνες των καταστημάτων ηλεκτρικών ειδών με τις καινούργιες τηλεοράσεις ή θα έπαιρνε σβάρνα τα βιβλιοπωλεία με τους υπαίθριους πάγκους. Αυτούς ειδικά τους λάτρευε, γιατί έβρισκε επιτέλους αυτό που πάντα ονειρευόταν: προθήκες χωρίς γυαλί, όπου μπορούσε να απλώσει και να περάσει τα χέρια του πάνω από τα αντικείμενα του πόθου του. Αυτό το σκέφτεται ακόμα και τώρα πολλές φορές…

Αργότερα, θυμάται τον εαυτό του, φοιτητή πλέον, να χαζεύει τις βιτρίνες των μεγάλων εμπορικών καταστημάτων και των κοσμηματοπωλείων του κέντρου, προσπαθώντας να επιλέξει ό,τι πιο ιδιαίτερο και ποιοτικό μπορούσε να σηκώσει ο οικονομικός του προϋπολογισμός για το δώρο της αγαπημένης του.

Με τούτα και με κείνα, πέρασε η ώρα. Πάλι μπροστά σε μια βιτρίνα. Γελά… Τα καταστήματα σιγά σιγά ανοίγουν. Οι υπάλληλοι καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλο, βιαστικοί. Ένας κοντοστέκεται και τον κοιτάζει. «Καλημέρα!» και του προτείνει ένα τσιγάρο. Το παίρνει με βουλιμία κι ευχαριστεί μ’ ένα νεύμα. Η φωτιά τού ζεσταίνει τα χέρια. Συμμαζεύει και ασφαλίζει τα πράγματά του στη βιτρίνα του παρακείμενου καταστήματος που είναι κλειστό από καιρό κι αρχίζει την καθιερωμένη βόλτα του στην Τσιμισκή: «Μια μικρή βοήθεια, παρακαλώ! Μια τυρόπιτα να πάρω…». Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Helen Bellart. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη