Φέτος, μέχρι και η ανάσα μας άλλαξε ρυθμό. Κρύφτηκε και αυτή πίσω από τοίχους. Προβάλλοντας τη νιότη της, μόνο κάθε πρωί πίσω από κλειστά παράθυρα και γκρίζα μπαλκόνια.
Κοιτάζοντας κλεφτά μέσα απ’ το παράθυρό μου, σαν κυνηγημένος από κάποιον άγνωστο θηρευτή, τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά.
Μέσα σ’ αυτά τα φώτα που παλιότερα λησμονούσα, κρύβεται πλέον η ελπίδα μου. Σ’ ένα απλό αντάμωμα κι ένα ζεστό καλημέρα από κάποιον άγνωστο. Σ’ έναν γεμάτο δρόμο με χαμόγελα παιδιών. Σ’ ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ, κοιτάζοντας τις νιφάδες να στρώνουν το ολόλευκο χαλί τους. Στις σκέψεις που μας συνοδεύουν. Στον μποναμά των παιδιών που ετοιμάζαμε, σε μικρά κόκκινα πουγκάκια, για τα πρώτα κάλαντα. Και στο κουτί με τα γλυκά που περίμενε πάνω στο τραπέζι. Στο πρώτο πρωινό χτύπημα του κουδουνιού. Στην αρχή μιας καινούργιας ζωής, ενός καινούργιου χρόνου με ελπίδες και όνειρα.
Όνειρα που μπορεί να συνήθισαν στα λίγα τετραγωνικά αλλά δεν εγκλωβίστηκαν.
Κτίζονται και ορθώνονται μέρα με την μέρα.
Και περιμένουν καρτερικά την ώρα που θα ανασάνουμε ξανά.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: James Jowers. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







