Έστεκες μπροστά απ’ το τζάμι ασάλευτη, με ακούνητο χαμόγελο. Κοιτούσες τους περαστικούς. Όλοι φορούσαν μάσκα. Έβλεπες μάτια κουρασμένα, φοβισμένα, αφημένα. Μάτια που δεν κοιτούν ψηλά. Κανείς δεν σε χάζεψε, όλοι σε προσπέρασαν. Ήσουν ντυμένη με μια κόκκινη καρό φούστα μακριά κι ένα μαύρο ζιβάγκο. Τα νύχια σου ήταν βαμμένα κόκκινα, όπως και τα χείλη σου. Το χέρι σου ακουμπούσε σ’ ένα τραπέζι με μια κολοκύθα στο κέντρο. Ο φθινοπωρινός ήλιος έπεφτε επάνω σου, τα ξερά φύλλα αιωρούνταν και χάιδευαν το πεζοδρόμιο.
Όταν τα σιδερένια κάγκελα κατέβηκαν μπροστά στο τζάμι βρέθηκες σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Ήσουν εκεί καιρό γυμνή. Με μάτια κλειστά και κεφάλι χωρίς μαλλιά περίμενες. Μόνο τα κάτασπρα ζωγραφισμένα δόντια σου φωσφόριζαν μέσα από το ακούνητο χαμόγελο. Το κόκκινο στα νύχια σου χάλασε και το κραγιόν ξεθώριασε. Δίπλα σου κρεμόντουσαν κάτι ρούχα μπαγιάτικα. Και ο αέρας μπαγιάτικος ήταν.
Μια μέρα άναψαν τα φώτα και σου φόρεσαν ένα βελούδινο φόρεμα κυπαρισσί σου έβαψαν τα νύχια χρυσά και τα χείλη βυσσινί. Σε έβαλαν δίπλα σ’ ένα στολισμένο έλατο με κόκκινες και ασημένιες μπάλες να κοιτάς το τζάμι. Δεν έβλεπες κανέναν εκεί έξω. Ο δρόμος έλαμπε από τα πολύχρωμα φωτάκια, μα από ζωή παρέμενε γυμνός. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα γιορτινά και ολόφωτα αλλά ακόμη κλειστά. Η φωτισμένη ακινησία του κόσμου έμοιαζε με την νεκρή φύση της βιτρίνας σου.
Ακόμα κανέναν δεν βλέπω. Αχ να μπορούσες να κοιτάξεις ψηλά τον ουρανό όπως εγώ! Εκεί που η ζωή ξεχειλίζει. Εκεί τα αστέρια δεν σταματούν να βγαίνουν και να λαμποκοπούν σαν τακτοποιημένα διαμαντένια σκουλαρίκια. Στο ξημέρωμα ο ουρανός αλλάζει γρήγορα φορεσιά. Τα πουλιά ανέμελα πετούν.
Φορώ πυτζάμες, τα φωτάκια του δέντρου αναβοσβήνουν. Σε κοιτώ έξω από το παράθυρο να στέκεις μόνη ολόφωτη. Τουλάχιστον έχεις ένα τζάμι να κοιτάς. Το βλέμμα μου χάνεται στον ουρανό. Τουλάχιστον μπορώ να τον κοιτώ.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







