Οι καμπάνες σήμαιναν Χριστούγεννα. Οι χτύποι τους τον ξύπνησαν για καλά και τάχυνε το βήμα του. Το κρύο ήταν τσουχτερό, ο ουρανός κάτασπρος και παγερός. Οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν. Το μαύρο παλτό του γρήγορα απέκτησε λευκές επωμίδες. Κόντευε έξι.
Βιάστηκε ακόμη περισσότερο. Ήθελε να προλάβει το «Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει». Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Οι δρόμοι φωτεινοί κι αυτοί, αλλά αδειανοί. Η εκκλησία τώρα απείχε μόλις λίγα βήματα. Ένα αδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Θυμήθηκε κάποια χιονισμένα Χριστούγεννα στο χωριό, όταν ήταν ακόμα παιδί. Τη μάνα που κάθε τόσο του φώναζε για να σηκωθεί, να προλάβει την εωθινή λειτουργία. Θυμήθηκε τη άρνηση του ν’ αφήσει το ζεστό κρεβάτι αξημέρωτα, κι ύστερα τη χαρά του, ντυμένος τα καλά του, να τέρπεται από τις κατανυκτικές βυζαντινές μελωδίες.
Ήταν ήδη έξω από τον ναό, όταν αντίκρισε ένα παιδί λιγνό, ντυμένο με αποφόρια να τον κοιτάζει με μάτια παρακλητικά και να προτάσσει τη μικρή παγωμένη παλάμη του. Ταράχτηκε, κοντοστάθηκε για μια στιγμή και χωρίς άλλη σκέψη πήρε το παιδί από το χέρι και του ένευσε να τον ακολουθήσει. Μπήκαν μέσα στην εκκλησία. Οι Χριστουγεννιάτικοι ύμνοι πλημμύρισαν την καρδιά τους. Κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια και σιώπησαν. Κάθισαν πλάι πλάι στο στασίδι και ένιωσαν τη ζεστασιά της φάτνης στο σώμα τους. Το παιδί σε λίγο έγειρε πάνω στον ώμο του. Τα βλέφαρά του βάρυναν. Το κορμί του μαρτυρούσε την κούραση και τις κακουχίες. Αφέθηκε σ’ έναν ύπνο γλυκό και ξεκούραστο.
Δεν το ξύπνησε κι ας ήταν Χριστούγεννα. Όταν το παιδί άνοιξε τα μάτια του, χαμογέλασε στον άνθρωπο που δεν άφησε μια δεκάρα στη χούφτα του, αλλά κράτησε το χέρι του, το φιλοξένησε στο σπίτι του και το έβαλε να καθίσει δίπλα του, στο τραπέζι το γιορτινό.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







