Παραμονές Χριστουγέννων κι ο Οδυσσέας κατέβηκε στο κέντρο από τον Λυκαβηττό, που έμενε, για να κάνει μια βόλτα. Σύνταγμα, Βουκουρεστίου και ύστερα Ομόνοια στο συντριβάνι. Συνέχισε Σταδίου προς Σύνταγμα και Ερμού.
Στη Σταδίου, δεξιά και αριστερά, άνθρωποι που σπίτι είχαν το πεζοδρόμιο. Ταλαιπωρημένοι, ρακένδυτοι παρατημένοι στον δρόμο χωρίς μέλλον και ελπίδα.
Λίγο πριν από την πλατεία Συντάγματος είδε έναν νέο άντρα καθισμένο σε κάτι κουρέλια, που υποτίθεται ήταν στρώμα και τυλιγμένο με παλιά κουβέρτα, να τον κοιτάζει επίμονα.
Ο Οδυσσέας, σαν κάτι να τον τράβαγε, πήγε προς το μέρος του. Τότε, εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα λες και ήθελε να τον αποφύγει.
Πλησίασε. «Καλησπέρα».
«Καλησπέρα» απάντησε ο άντρας στρέφοντας αλλού το κεφάλι του.
Αυτή η φωνή, κάτι του θύμιζε.
«Γνωριζόμαστε;»
«Δεν νομίζω».
Έμειναν για αρκετή ώρα σιωπηλοί. Ο Οδυσσέας προσπαθούσε να τον κοιτάξει στα μάτια και ο άντρας τον απέφευγε.
Ξαφνικά ο άγνωστος άρχισε να κλαίει. Ο Οδυσσέας στάθηκε μπροστά του. Τώρα τον έβλεπε κατάματα. Αυτό το κλάμα. Κι αυτή η ουλή πάνω απ’ το αριστερό μάτι.
«Απόστολε», ακούστηκε η δυνατή φωνή του Οδυσσέα.
Ο άντρας έκλαιγε πιο πολύ.
«Απόστολε, τι έγινε. Πώς βρέθηκες εδώ;»
Ο Οδυσσέας τον αγκάλιασε κι εκείνος έκλαιγε, βουβά πια, στον ώμο του.
Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο ήταν συμμαθητές. Κολλητοί. Για την ουλή πάνω από το αριστερό μάτι υπεύθυνος ήταν ο Οδυσσέας. Του την έκανε σ’ ένα παιχνίδι. Κι εκείνο το κλάμα. Το ίδιο από τότε.
Έτρεξε μέχρι την απέναντι γωνία και έφερε ζεστό τσάι. Ο Απόστολος τού διηγήθηκε ότι έχασε τους δικούς του και ο ίδιος έχασε τη δουλειά του. Δεν μπορούσε να πληρώσει το νοίκι και έτσι κατέληξε στο δρόμο.
Ο Οδυσσέας κοίταξε γύρω. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Κι εδώ είχε μια καρδιά λυπημένη κι ολοσκότεινη αλλά ανοικτή.
Έτσι αγκαλιασμένοι οι δυο φίλοι κουβέντιαζαν μέχρι το πρωί.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







