Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Κλειστοί ήτανε και οι δρόμοι απ’ το χιόνι, κι άδειοι, αν εξαιρέσει κανείς δυο εκχιονιστικά που γυροφέρναν βόλτες περιμετρικά της μεγάλης πλατείας. Ο κύριος Χ είχε σηκωθεί από νωρίς κι ατένιζε πίσω απ’ το θαμπό παράθυρο τη στερνή ανατολή μιας χρονιάς που έδυε.
Υπομονετικά περίμενε ο κύριος Χ, ώρες κι ώρες κάτι που δε φαινόταν να ‘ρχεται. Είδε, όταν πια ξημέρωσε για τα καλά, παιδιά που παίζανε στο χιόνι, μεγάλους που τρέχαν πίσω απ’ τις τρελές ζωές τους, πουλιά που ‘χαν φουσκώσει τα πούπουλά τους απ’ το κρύο, αλλά δεν έπαυαν να τραγουδούν, κι άλλα ατέλειωτα μες απ’ το ελάχιστο δωμάτιό του. Και ο χρόνος κύλαγε με τον καθιερωμένο του ρυθμό, πιο γοργά απ’ όσο θα ‘πρεπε όταν οι στιγμές ήσαν όμορφες και τρυφερές, και πιο αργά όποτε υπήρχε πόνος κι άδικο, ώσπου η μέρα κι ετούτη επέρασε, όπως περνάνε όλες, κι αρχίνησε ο ήλιος γι’ άλλη μια φορά να βασιλεύει.
Οι τελευταίες αχτίδες χάιδεψαν το πρόσωπο του κύριου Χ γλυκά, σαν να θέλαν οίκτο να ζητήσουν. Και τότε λύγισε το χέρι του κι από την τσέπη του σακακιού του ξέχωσε μια φωτογραφία παλιά και μέσα στην παλάμη του γερά την έσφιξε. «Σ’ αγαπώ· για πάντα», είπε, καθώς δάκρυα μούσκευαν τα ροδαλά του μάγουλα. Έκλεισε τα μάτια, σφούγγιξε κάπως άγαρμπα τα δάκρυα κι ετοιμάστηκε για την πρώτη του μοναχική περιστροφή γύρω από τον ήλιο.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







