frear

Τα κάλαντα – του Θεόδωρου Χαμπίδη

«Ρε, μην είσαι χαζός. Η θεία μου αυτή είναι πλούσια. Πέρσι που πήγα με τον Κυριάκο μου έδωσε είκοσι ευρώ και έδωσε τα ίδια και στον Κυριάκο. Και δεν είναι πολύ θεία μου∙ είναι ξαδέρφη του μπαμπά μου αλλά είναι καλή γυναίκα. Ούτε που πρόλαβα να τα πω καλά καλά και το έσκασε το εικοσάρικο σου λέω.»

«Ναι, αλλά δεν είπαμε να μην πάμε σε συγγενείς; Έχει παιδιά η θεία σου;»

«Όχι. Έχει δηλαδή αλλά είναι αλλού. Είναι μεγάλη και σου είπα είναι μακρινή θεία. Είναι παπαδιά, είναι πολύ καλή.»

Κάπως του ήρθε αυτό το τελευταίο. Σαν να ησύχασε. Όσο περπατούσε δίπλα δίπλα με τον Πέτρο –φίλος από το δημοτικό ο Πετρής–, ψαχούλευε τα λεφτά μέσα στην τσέπη του. Θα ήταν γύρω στα εξήντα ευρώ. Σκεφτόταν ότι κινητό με τόσα λεφτά δεν έπαιρνε. Η μάνα του του είχε πει ότι δεν έπρεπε να βγει να τα πει. Είχε φτάσει πρώτη γυμνασίου. Ήξερε αυτή γιατί. Δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα ότι βγήκε για λεφτά.

«Πάμε και το πολύ πολύ μου λύνεις τις ασκήσεις τα Μαθηματικά. Δηλαδή, ούτως ή άλλως εσύ θα μου τις δώσεις, αφού σίγουρα πάντα από εσένα τις παίρνω. Ρε Αντώνη, μην είσαι χαζός. Θα δεις. Θα μας δώσει από ένα εικοσάρικο. Και πέρσι, σου λέω, το ίδιο έγινε.»

Δεν άκουγε τα λόγια του Πέτρου. Καρφώθηκε που είδε ό,τι έβλεπε κάθε πρωί παραδίπλα από την πόρτα του καφέ στη γωνία της πλατείας στη στροφή για το σχολείο. Παρατήρησε ότι η ροζ κουβέρτα που τύλιγε το μωρό της είχε γίνει μαύρη από τη βρομιά. Ήταν καθισμένη, όπως πάντα με το παιδί στην αγκαλιά της πάνω σε κάτι χαρτόκουτα. Σήμερα, όμως, παρατήρησε πως είχε κατεβάσει το κεφάλι της. Να φιλούσε το παιδί; Να κοιμόταν; Ίσως ήταν άρρωστη. Και αυτό το μωρό ποτέ δεν έκλαιγε. Ποτέ.

«Έλα. Φτάσαμε. Θα πεις ότι είσαι ο απουσιολόγος στην τάξη.»

«Γιατί;»

«Θα σε συμπαθήσει περισσότερο.»

Δεν κατάλαβε τι τον έπιασε και του είπε αυτή την κουταμάρα. Είχε ήδη χτυπήσει το κουδούνι στην πολυκατοικία.

«Να τα πούμε;»

«Να τα πείτε βέβαια. Πετράκη μου εσύ; Έλα, έλα. Να μας ευλογήσει ο Θεός τη χάρη της ημέρας, για να μπει καλά ο χρόνος.»

Σκαρφάλωναν. Δεν έπαιρναν πουθενά το ασανσέρ. Πριν καλά καλά ακουστεί η φωνή της γριάς, του μύρισε κάτι βαρύ. Ήταν λιβάνι.

«Ωωω καλώς τους!»

«Αυτός, θεία Μαρία, είναι ο απουσιολόγος της τάξης. Είναι ο Αντώνης.»

«Μπράβο, Αντώνη. Συγχαρητήρια! Λοιπόν, πείτε τα.»

Τα λέγανε μηχανικά πάντα αλλά οι φωνές χωρίς τη μεταφώνηση της ηλικίας ήταν που τους έκανε να είναι χαριτωμένοι. Τον έπνιγε το λιβάνι από μέσα. Θυμιάτιζε η γριά σίγουρα.

«Και του χρόνου, παιδιά μου. Λοιπόν, να είστε καλά, γεροί και καλή πρόοδο. Καλή χρονιά Πετρή μου. Ορίστε! Και σε εσένα, αγόρι μου. Να είσαι γερός….. πώς σε λένε είπαμε;» Έκανε να βγάλει ένα ακόμη εικοσάρικο…

«Αντόν. Αντόν Γκεόργκι.»

«….»

Έκανε ένα μορφασμό η παπαδιά που παρά τα χρόνια της άφηνε να φανεί ένα σύννεφο στο βλέμμα της. Έχοντας ανοιχτό το πορτοφόλι ξανάβαλε μέσα το εικοσάρικο και έβγαλε ένα πεντόευρω. Ενώ το έδινε στον Αντώνη, είπε στραμμένη στον Πέτρο: «Να πεις τις ευχές μου στη μάνα σου και να έρθει να τη δω με την πρώτη ευκαιρία, Πετρή μου. Άντε στο καλό!»

Δε μιλούσαν μέχρι να κατέβουν τα σκαλοπάτια. Μόλις άνοιξαν την πόρτα, γύρισε ο Πετρής και του είπε με φωνή που έλεγε τα πάντα στην εφηβική γλώσσα:

«Αυτή ρε δεν πάει καλά. Σου είπα πέρσι μας έδωσε από είκοσι ευρώ σε εμένα και στον Κυριάκο. Τα έχει χάσει.»

Ήταν πια η ώρα να χωριστούν. Μεσημέριασε. Λίγο πριν στρίψουν, πετιέται ο Αντώνης κοντά στη γυναίκα που ήταν ακόμη καθισμένη εκεί στην ίδια γωνία στο δρόμο με το μωρό της αγκαλιά και το κεφάλι γερμένο κάτω. Ο άλλος με τα μάτια ορθάνοιχτα γυρνάει και του λέει:

«Είσαι τρελός ρε;»

«Έτσι κι αλλιώς δε φτάνουν για κινητό. Τα μέτρησα. Ήταν εξήντα πέντε ευρώ.»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη