frear

Άχνη – του Απόστολου Καλουδά

Ξύπνησε να ετοιμαστεί. Έξω τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά.

Μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Λίγο πρόσωπο αφήνουν ο κόκκινος σκούφος, που κατεβαίνει στο μέτωπο και η άσπρη γενειάδα. Λες και είναι άλλος. Ωραία! Το χέρι του τρεμουλιάζει, καθώς ψαχουλεύει στην εσωτερική τσέπη το βαρύ μέταλλο, να πιστέψει ότι όντως το έχει.

Ήρθε η ώρα. Παίρνει το τρίγωνο για τα κάλαντα και βγαίνει στο κρύο. Μισή ώρα ποδαρόδρομος και φτάνει. Το πρώτο κύμα από έξι εφτά πελάτες έχει ήδη μπει στην τράπεζα. Προχωρεί προς το γραφείο του διευθυντή.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια, ήταν καλός πελάτης. Άφηνε απέξω τη μερσεντές κι έμπαινε. Ο τότε διευθυντής τον κερνούσε καφέ. Τώρα, δεν υπάρχει κανείς από το προσωπικό εκείνης της εποχής. Ωραία! Δεν θα τον αναγνωρίσουν στην απελπισία του.

Η καρδιά του καλπάζει. Κρύος ιδρώτας στο μέτωπο. Ο διευθυντής τον κοιτάζει πάνω από τα πρεσβυωπικά γυαλιά.

Βάζει το χέρι στην εσωτερική τσέπη και πιάνει τη λαβή. Πριν ολοκληρώσει την κίνηση, στη φιμέ τζαμαρία πίσω από το γραφείο βλέπει το είδωλό του. Αϊ Βασίλης. Αυτόν περιμένουν τα παιδιά. Όπως περίμενε κι αυτός, όταν ήταν παιδί. Κάτι ραγίζει μέσα του.

«Λοιπόν, θα μας τα πεις;», λέει ο διευθυντής.

Βγάζει έξω το χέρι. Αρχίζει να χτυπά το τρίγωνο με το σιδεράκι.

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά…

Τελειώνει. Ο διευθυντής του δίνει ένα πεντάευρο.

Βγαίνει. Ψιλό χιόνι έχει αρχίσει να πέφτει.

Ένα τετράγωνο πιο κάτω ο άλλος, μέσα στο κλεμμένο Όπελ, όπως τα συμφώνησαν, τον βλέπει έκπληκτος να έρχεται με το πάσο του. Του εξηγεί. Εκείνος του ρίχνει μεγαλοπρεπές φάσκελο με το γαντοφορεμένο χέρι:

«Να! ρε κουραμπιέ, ε κουραμπιέ!». Βάζει μπρος και εξαφανίζεται.

Αυτός όμως αναπνέει με αγαλλίαση. Του φτάνει το χιόνι, σαν άχνη, να σκεπάζει σιγά σιγά τα πάντα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη