Είχε ετοιμάσει, όπως κάθε χρόνο, το σπίτι γιορτινά. Τα λαμπιόνια τυλιγμένα με μια γιρλάντα ψεύτικου έλατου φώτιζαν κάθε σούρουπο σαn μακρινά αστέρια τα παράθυρα, το δέντρο στη γωνιά καμάρωνε με τα χρυσοποίκιλτα στολίδια του, τα ασπροκεντήματα κολλαρισμένα στο τραπέζι. Ήταν όλα έτοιμα και περίμεναν. Περίμεναν τη μάζωξη των παιδιών, των σκορπισμένων στα πέρατα της χώρας και της Ευρώπης. Θα μπόραγαν άραγε να έρθουν ή θα σκλήραιναν και άλλο τα περιοριστικά μέτρα; Έως ότου ξεκαθαρίσουν την πορεία τους οι ζωντανοί, γέμιζαν τη σκέψη της οι αναμνήσεις και οι πεθαμένοι. Τα χρόνια που όλο το σπίτι γέμιζε με κόσμο, τα γέλια και οι φωνές, η φωτιά που στροβιλιζόταν στο τζάκι, τα ποτήρια που άστραφταν ρουμπινί κρασί. Τώρα όλοι μακριά ή από μακριά. Την έπιασε θυμός και γκρίνια. Για την απομόνωση και τη μοναξιά της. Γιατί, οι άλλοι είχαν λιγότερη μοναξιά. Γιατί…
Στάθηκε στο παράθυρο και κοίταξε το φωτισμένο δρόμο. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Της φάνηκε ανόρεχτος ο στολισμός και κάτω από την ασημένια λάμψη του αναδύονταν θλίψη και κατήφεια. Ίδια με τη δικιά της.
Ο οξύς πόνος στο στήθος, που μέρες τώρα την ενοχλούσε, έφθασε πια στο απροχώρητο. Ιδρώτας άρχιζε να τη λούζει. Δεν ήταν σίγουρη αν ήταν από φόβο ή από πόνο. Το σπίτι ξαφνικά, της φάνταξε όμορφο και φιλικό και ας ήταν άδειο. Ήταν γεμάτο από τη δική της παρουσία. Δεν έπρεπε να φύγει κι αυτή, δεν έπρεπε να το αφήσει μόνο.
Πρόλαβε και κάλεσε το ασθενοφόρο. Λίγο πριν τη βάλουν εκεί, είδε το άστρο των Χριστουγέννων στον ουρανό. Ο Κρόνος και ο Δίας σε συζυγία, είπαν. Όπως τότε, που γεννήθηκε ο Χριστός. Ένιωσε τυχερή, αν ήταν το άστρο να σημαδεύσει το φευγιό της. Αν πάλι επέστρεφε ζωντανή, θα γεννιόταν και αυτή ξανά και θα τα έβλεπε αλλιώτικα πια όλα.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τους όρους για να στείλετε χριστουγεννιάτικο διήγημα εδώ και τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







