«Να πας από κει που ήρθες», έσκουζε μ’ όλη της τη δύναμη, ενώ την ίδια στιγμή ένα τασάκι διέγραφε ελλειψοειδή πορεία κι έπεφτε θρυμματιζόμενο στην επαφή με το πάτωμα από λευκό μάρμαρο Πεντέλης. Τρόμαξε! Δεν περίμενε την αντίδραση αυτή και η σκέψη του, αυτόματα, συνέλαβε την αδικία που συντελείτο εις βάρος του, καταφανώς εξ αφορμής των σχολίων τού ενός και του άλλου. Τον έβλαπτε η φήμη που επικρατούσε κι ήταν σίγουρος ότι το ξέσπασμα της Φανής δεν ήταν άλλο παρά αποτέλεσμα όσων είχε ακούσει πάλι να σχολιάζουν… Τις περιποιήσεις, τους χαριεντισμούς, τις αγκαλιές και τα φιλιά στην κάθε μια.
«Δηλαδή τι να κάνω;» διαμαρτυρήθηκε. «Στον χαρακτήρα μου είναι. Δεν θέλω να καταπιέσω την κοινωνικότητά μου βρε αδερφέ. Στο κάτω-κάτω απʼ αυτήν απορρέει το χρήμα. Στη δουλειά μου αυτά επιτρέπονται και με το παραπάνω. Τι το ʼθελα κι έμπλεξα μαζί σου!»
Κοίταξε το ρολόι. Η ώρα είχε περάσει. Βούτηξε την καπαρντίνα από το χωλ και τράβηξε με δύναμη την πόρτα που έκλεισε με θόρυβο πίσω του. Δεν την άντεχε άλλο την κατάσταση αυτή. Ό,τι χρήμα έβγαζε το κουβαλούσε στο σπίτι. Μια δεκάρα γιʼ αυτόν εκτός από τις υποχρεώσεις του καταστήματος δεν κράταγε. Όλα γι’ αυτήν. Όλα για την Φανή, τα λούσα και το σπίτι. Κι αυτή άλλο δεν έκανε παρά να τον περιμένει προκειμένου να τον ψέλνει μεσημέρι-βράδυ κατʼ αυτό τον τρόπο, με την παραμικρή αφορμή.
Περπατώντας, έφτασε στο κέντρο. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά κι ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Τα χάζεψε. Πονούσε γνωρίζοντας ότι δεν θ ανοίξουν μʼ ό,τι συνέβαινε τον τελευταίο καιρό. Κλώτσησε ένα καπάκι που βρήκε μπροστά του. Αει σιχτίρ! είπε. Ανέβηκε το σκαλί στο πεζοδρόμιο, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε μέσα στο κατάστημα με την επιγραφή COIFFUR GEORGE.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τους όρους για να στείλετε χριστουγεννιάτικο διήγημα εδώ και τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







