frear

Ο θάνατος μέσα μου – του Ευθύμιου Λέντζα

Γύρισα σπίτι κατάκοπος. Το ολοστρόγγυλο μάτι μου καρφώθηκε στο βάζο με την αμαρυλλίδα. Έκλεισα στη χούφτα τα κλωνάρια κι ήταν τόσο γαλήνια μέσα στο χέρι μου. Το μεσημεριάτικο τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντιλο, ο υγρός νεροχύτης∙ ένα μωρό που κοιμάται στην κούνια του. Ύπνος απροσδιόριστος – όπως ρίχνεις ένα βότσαλο στη θάλασσα και τινάζεται ο ουρανός απ’ το γαλάζιο. Ψάρια βγαίνουν στην άμμο και ξύνουν τη ράχη τους, λιάζονται όπως τ’ αγάλματα στον κήπο με τα σιντριβάνια. Νύχτες και πρωινά σε υπόγεια αφουγκράστηκα την ανάσα της κατσαρίδας. Λεύκες, βαμβακιές, νοτισμένα καλάμια και μια μικρή πασχαλιά μου στάθηκε στον ώμο. Ένα κόκκινο φως απ’ τα τρένα που επιστρέφουν τα αγαπημένα πρόσωπα στον τόπο τους. Δάχτυλο που βρίσκει τη φλέβα στην καρδιά της πεταλούδας.

Ώρα πολλή πριν απ’ το θάνατό μου, βγαίναμε από το σινεμά «Άστυ» στην Κοραή. «Η ομορφιά της ύπαρξης» με κούρασε περισσότερο κι απ’ τη ζωή. Η Έλλη επέμενε πως έπρεπε να δοκιμάσω το πιο νόστιμο φαλάφελ της Αθήνας. Φτάσαμε στην πλατεία Βάθη λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ο Ιμπραήμ ψιλόκοβε το λάχανο∙ γέμιζε τις αραβικές πίτες με κεφτέ από ρεβίθι, μελιτζάνες και σάλτσα από ταμπάσκο. «Θα κάψει γλώσσα φίλος∙ εσύ προσέχει». Η Έλλη με περίμενε στο αμάξι. Ανεβήκαμε στο λόφο πάνω από το Δαφνί. Τα αστέρια μας χτυπούσανε παράνομα – ζητούσανε τη σάρκα μας. Ναι! ο δρόμος είναι ο έρωτας, αλλά το τέλος του δρόμου όπου ζητώ να πάω, φτάνει πέρα απ’ τον έρωτα∙ ένας διαρκείς αποχαιρετισμός. Η επόμενη αυγή πάντα σκληρότερη. Τα λόγια που έλειψαν από τα δέντρα, οι χορταριασμένες πέτρες, η νύχτα.

Είχα μέσα μου όλη την ευμένεια των αισθήσεων. Χάραξα στο στήθος μια γραμμή και την είπα γυναίκα. Μεγάλο Πεύκο, Ελευσίνα, Δάσος Χαϊδαρίου: σκοτάδι στις νεραντζιές – στα μάτια που χάνονταν σαν το νερό. Το μαύρο πιάνο στην «Αλμαγέστη». Δυο μεταμορφωμένοι διάολοι – δυο εραστές ή το αντίθετο. Τα πλήκτρα βουβά σαν σταυρωμένα χέρια, μια έκθεση θανάτου στον τοίχο με ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Το λαχάνιασμα του Σινόπουλου στον καθρέφτη της τουαλέτας∙ το ελάχιστο αίμα στη λεκάνη με τα κωλόχαρτα. Η Έλλη στο δοκάρι. Μια ξύλινη τρικυμία: τα εφτά ποτά σήκωσαν τα πανιά μας. Το μνημόσυνο του Γρηγορόπουλου, η πορεία για τον Φύσσα – μαυροκόκκινες σημαίες και μολότοφ. Εδώ Εξάρχεια, εδώ Κολωνάκι, εδώ Ομόνοια και πράσσιν’ άλογα… Σιωπή. Ένας τύπος ψάχνει το γραφείο του Μητσοτάκη στο Σύνταγμα. Με πλησιάζει σαν ασφαλίτης. Οι τσολιάδες αγρυπνούν κάτω απ’ την ακρόπολη. Οι μπάτσοι έκαναν ντου στη Ζωοδόχου Πηγής. Στον Λυκαβηττό μετρήθηκα με τον ορίζοντα. Είδα τον έρωτα με τηλεσκόπιο: μια σκουληκότρυπα στα σπλάχνα και γύρω ρόδα, ένας πέτρινος σταυρός∙ η Έλλη με το μισό πρόσωπο στο φεγγάρι. Ξημέρωσα στο πάτωμα∙ 27 του Γενάρη.

[Απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο, πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: Paul Rouphail. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly