frear

Ιστορίες της Νόκερα – του Απόστολου Θηβαίου

Δεν θα ΄ταν ψέμα κανείς να ισχυριστεί πως ο Ε. τα είχε όλα με το μέρος του. Πλούσιος, όμορφος, με τη φήμη του κιμπάρη που προσέχει τους φίλους και κάνει τις γυναίκες Δουλτσινέες να φαντάζουν στα μάτια αυτού του κόσμου. Συχνά ο Ε. λέει, αυτό διαβάζεται και αλλιώς και γελά με την πιο τίμια και αυθεντική ζεστασιά.

Τριγυρνάει μες στα θερμοπωλεία πουλώντας εδώ και εκεί τους τίτλους του. Γυρεύει μια χούφτα νομίσματα για να προδώσει την ρίζα του. Τι τρόπος να ζει κανείς, τι τρόπος! Μα ο Ε. λέει, καθένας βγάζει με όποιον τρόπο μπορεί το ψωμί του και αυτό είναι πράμα ιερό και αχαρακτήριστο. Ο Ε. συλλογιζόταν για μια στιγμή την αξία αυτού του θεωρήματος, πάλεψε μια ζωή, μάτωσε, να αποφασίσει με τον νου του αν κάτι από όλα αυτά αποδεικνύεται.

Πάντα βαδίζει μελαγχολικά πλάι στην προκυμαία. Είναι Κυριακή και όλα μοιάζουν παγωμένα σε μια ύστατη στιγμή, στον ωραιότερό τους χρόνο. Οι αρραβωνιασμένοι πιασμένοι σφιχτά, μη χαθεί όλη εκείνη η απόσταση που καλύφθηκε σε δύσκολους καιρούς. Και οι μοναχικοί, ο τραπεζίτης με την κόρη του, η δεσποινίς Αβιέλ με την θεραπαινίδα της, ο Ζερόμ με την καραμπίνα του, η Κλαίρη με έναν σταθμό βαθιά μες στο βλέμμα, πνιγμένη στο αψέντι, παλιά εικονογραφία και παλιός καθεδρικός. Τ΄ ανήμπορο κορίτσι με τη συνοδεία του πατέρα πλανιέται στον μόλο. Μια από αυτές τις μέρες θα φτερουγίσει πάνω από το κύμα, χαρίζοντας στον θάνατο την πιο αισθησιακή του εικόνα. Ο παράξενος του χωριού για τα θελήματα, εκλιπαρώντας τριγυρνά σαν άγαλμα που τίποτε δεν χόρτασε μια φορά και έναν καιρό. Κοπιάστε, κοπιάστε, δεν είναι όμορφες αυτές εδώ οι Κυριακές;

Οι φίλοι του τον λένε ρομαντικό. Όταν θέλουν να τον πειράξουν του απαγγέλουν μερικούς από τους διασημότερους στίχους, μη φανταστείτε, στιχάκια της δεκάρας βγαλμένα όμως από τη δύναμη τη φοβερή του έρωτος. Ε. η ζωή σε προσπερνά και όλα αυτά τα κοριτσόπουλα!

Δεν είναι μελαγχολία ή απόδραση. Είναι το κορίτσι του μόλου που σας είπα πως ταξιδεύει και πως δεν έχει πια επιστροφή ή πέρασμα παλιό. Πρώτα συστήθηκαν δειλά και όπως κυλούσε ο ήλιος στην άκρη του τραπεζιού, σαν ώριμη από καιρό για την πράξη της αυτή, εκείνη πήρε να του λέει για τ΄ ονειρό της. Κάτι έσπασε, να, εδώ λέει ο Ε. και πλημμυρίζει νύχτες. Και έπειτα μες στα χαράματα άκουσε το ράϊσμα του κόσμου, τον λεπτότατο αρμό που μετατοπίζεται πια μες στο δικό της σύμπαν. Στην αρχή σαν τις δεσιές του ουρανού και έπειτα διάφανα με λάγνα φωνή, να έτσι.

Μπορείτε να φανταστείτε τον ήχο του έρωτος; Αν ναι, τότε είστε παράφρονες μα κατέχετε το κλειδί του μέλλοντός μας.

Μα τι και αν έχει τα δυο του πόδια και αν σηκώνει στις πλάτες του ολόκληρη την πλάση. Ο Ε. τ΄όνειρο του κοριτσιού στον μόλο δεν θα μπορέσει ποτέ να το κάνει πράξη.

Και οι φίλοι του σωπαίνουν, σταματούν τα ποιήματα και βγάζουν τους παναμάδες τους σαν ξάφνου να βρέθηκαν σε μια τελετή αρχαϊκή με απέραντη σιωπή. Τον αγγίζουν τρυφερά στους ώμους, κάτι βρίσκουν να πουν και αμήχανα αποχωρούν, τελειώνοντας τον ρόλο τους οριστικά.

Και είναι η αυλή ο κήπος του πόνου του.

Βλέπετε, ο Ε. δεν υπέφερε ποτέ από αυτό που λένε ρομαντισμό. Πήρε τα ωραία ρίσκα και είδε την ζωή στην πιο τέλεια δόξα της. Ο έρωτας τον κατέβαλε στα σημεία.

Η ζωή το ‘θελε έτσι και ο Ε. περνά απόψε από την προκυμαία. Κάποιον χαιρετά, κάποιον σκοτώνει, μια φορά και για πάντα σωπαίνει μες στην κυριακάτικη γιορτή, τη γεμάτη μ΄ ανδρείκελα, παραμυθάδες, ερείπια και πραματευτάδες. Και όταν φθάσει στον μόλο δεν βρίσκει άλλη παρηγοριά παρά μόνο στα αγριοπούλια που νιώθουν το σύννεφο και αλαργινά περνούν, σαν ίσκιος.

Ο καιρός Ε. πέρασε, ακόμη δεν ξέχασες, τον ρωτούν οι φίλοι και του ζητούν με τρόπο να τους ακολουθήσει στην Συββούρη που είναι κακόφημος και άφθονος ο έρωτας των ανθρώπων. Μα εκείνοι δεν βλέπουν τον μόλο ίσια εμπρός στο κύμα που δέρνεται για μια αγάπη, τ΄ όνειρο που δεν κατορθώθηκε ποτέ το φυλάνε μαύροι τρίτωνες με καταγωγή από παράξενα σαλόνια. Τ΄ όνειρο που δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει πράξη και νόμος της ζωής.

Οι φίλοι λένε μεταξύ τους στις ταβέρνες, αυτός πάει χαμένος, η μνήμη είναι της νεφέλης η λαγνεία. Οι φίλοι πάντα λένε, λένε, λένε, όσο ο Ε. φέρνει γύρους επτά μες στους ιππόδρομους και με τον κεραυνό χάνεται. Μια αστραπή ν΄ αποκαλύπτει τον κόσμο γυμνό και ωραίο. Αυθεντικό, δίχως βεβαίως τους ιδεαλισμούς που επιδεικνύουν καλλιτέχνες του ύψους του Boucher, με αρκαδικά γυμνά και επιδέξιους φωτισμούς, και, και, και.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: Felice Casorati (1883-1963). Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly