frear

Κράιμχιλντ – της Λίλιας Τσούβα

Με λένε Κράιμχιλντ, κρέμα γάλακτος δηλαδή. Έτσι με βάφτισε η Μπριγκέτα, η γυναίκα που συντηρεί τον ναό, αυτή που με βρήκε το βράδυ της Μεγάλης Καταιγίδας και με υιοθέτησε. Αν δεν έκλαιγα, ούτε και θα με έπαιρναν είδηση. Με πέρασαν για κούκλα μέσα σε καλάθι. Στον ναό των Ιησουιτών τα πρώτα στασίδια είναι γεμάτα κούκλες.

Η θεία Μπριγκέτα, που με μεγάλωσε, λέει πως είμαι κόρη μάγισσας. Η Χαιδελβέργη ήταν η πόλη όπου δικάζονταν και καίγονταν οι μάγισσες. Στην κεντρική πλατεία της ήταν μονίμως στημένη η εξέδρα των εκτελέσεων. Από φόβο μην την εκτελέσουν, η μητέρα μου έφυγε από την Χαιδελβέργη κρυφά. Ο άνδρας με τον οποίο συζούσε, με έβαλε σε καλάθι και πλήρωσε έναν αμαξά για να με αφήσει στα στασίδια του ναού. Γνώριζε ότι η Μπριγκέτα δεν είχε παιδιά.

Πραγματικά αυτή από τη στιγμή που με πήρε στην αγκαλιά της, δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Μου έδωσε το όνομα Κράιμχιλντ, γιατί το πρόσωπό μου ήταν άσπρο και ροδαλό. Μεγάλωσα μαζί της σε ένα σπίτι στην Οδό των Φιλοσόφων όπου έκαναν τον περίπατό τους οι φοιτητές και δάσκαλοι του Πανεπιστημίου.

Το σπίτι μας ήταν ένα παλιό σπίτι με κοκκινωπά κεραμίδια. Από το παράθυρο έβλεπα τον ποταμό Νέκαρ –δαίμονα τον ονόμαζαν, γιατί πλημμύριζε– και τα ποταμόπλοια που πήγαιναν και έρχονταν με τις πραμάτειες τους. Και παρά την υγρασία που διέβρωνε το σπίτι, μεγάλωσα καλά με τη φροντίδα της θείας Μπριγκέτας και την αγάπη της φίλης μου της Χίλντας, ένα κορίτσι ολόξανθο με μία πράσινη και μία καφετιά ίριδα στα μάτια της, που την έκαναν μοναδική.

Μαζί παίξαμε, μαζί γελάσαμε και τρέξαμε στη Χάουπστρασσε, τον κεντρικό δρόμο της πόλης όπου δεκάδες μικροέμποροι πουλούσαν τις πραμάτειες τους. Αλλά και μαζί κάναμε τους περιπάτους μας στο νεκροταφείο της πόλης. Γιατί η Χίλντα αγαπούσε πολύ τα νεκροταφεία. Ο πατέρας της ήταν εργάτης του ναού του Αγίου Πνεύματος. Έσκαβε τους τάφους και εκείνη είχε μια ιδιαίτερη εξοικείωση με τα μνήματα που μου τη μετέδωσε και μένα. Μιλούσε με τους νεκρούς και της άρεσε να πλάθει τις φανταστικές τους ζωές μόνο και μόνο κοιτώντας το όνομα στον τάφο τους.

Όταν έγινα 12 χρονών, η θεία Μπριγκέτα αρρώστησε. Την έβλεπα να λιώνει. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ένα βράδυ, καθώς έπεσα να κοιμηθώ, άκουσα ένα τρίξιμο στο παράθυρο και το είδα να ανοίγει. Ένα γλυκό νανούρισμα σε μια άγνωστη γλώσσα απλώθηκε στο δωμάτιο και μια φωνή που πρόφερε ψιθυριστά το όνομά μου.

Κράιμχιλντ, Κράιμχιλντ…

Σηκώθηκα. Πίσω από το παράθυρο είδα μια παράξενη μορφή. Είχε σώμα και πρόσωπο γυναίκας, που όμως κατέληγε σε μουσούδα και καλυπτόταν από σκουροκόκκινο τρίχωμα. Τα αυτιά της ήταν μυτερά και στραμμένα προς τα πάνω. Τα μάτια της μισόκλειστα, με μια χαράδρα σχισμή στις κόγχες τους και έλαμπαν παράξενα. Μου άπλωσε το χέρι και εγώ ανταποκρίθηκα. Γλιστρήσαμε μαζί από το παράθυρο μέσα στη νύχτα. Διανύσαμε τα πλακόστρωτα σοκάκια της πόλης, περάσαμε την πλατεία και την αγορά και φτάσαμε στο νεκροταφείο. Σκοτάδι πηχτό. Ο αέρας κρύος. Το φεγγάρι σκορπούσε παντού έναν απόκοσμο φωτισμό. Ήταν σαν ένα περίεργο χαμόγελο να είχε χαραχτεί στο κέρινό του πρόσωπο.

Η αλλόκοτη γυναίκα σταμάτησε πάνω από έναν τάφο. Άνοιξε την πλάκα και με κοίταξε στα μάτια. Χαμογέλασε. Σε όλη τη διαδρομή δεν είχε πει κουβέντα. Μόνον το χέρι μου κρατούσε σφιχτά. Μπήκε μέσα στο μνήμα. Σήκωσε το χέρι και με χαιρέτησε. Με λένε Χέλγκα. Είμαι η μητέρα σου, ψιθύρισε πριν χαθεί. Η φωνή της ακούστηκε σαν θρόισμα του αέρα.

Από τότε η ζωή μου άλλαξε. Τα βράδια την περίμενα. Αφουγκραζόμουν τους χτύπους στο παράθυρο και αδημονούσα. Ερχόταν αραιά. Φύλαγα την αφή του χεριού της στη μνήμη μου και αυτό με κρατούσε σε αναμονή. Κάθε φορά που τη σκεφτόμουν, στα αυτιά μου έφτανε το γλυκό νανούρισμα και η φωνή της να ψιθυρίζει το όνομά μου.

Όταν έγινα 16 χρονών, η θεία Μπριγκέτα πέθανε. Αναπαύτηκε στο κοιμητήριο του ναού του Αγίου Πνεύματος. Πριν ξεψυχήσει, μού έδωσε μία φωτογραφία και μού εκμυστηρεύτηκε ότι από μια έρευνα που έκανε όταν ήμουν μωρό, αυτή η γυναίκα πρέπει να ήταν η μητέρα μου. Έμοιαζε πολύ με τη Χέλγκα, τη γυναίκα γάτα που με επισκεπτόταν τις νύχτες.

Μετά τον θάνατο της θείας συνέχισα να ζω στο σπίτι της Οδού των Φιλοσόφων, στην άλλη όχθη του ποταμού, που εκτείνονταν οι αμπελώνες. Εκείνη την εποχή περίπου οι γονείς της Χίλντα την έβαλαν εσωτερική σε ένα παρθεναγωγείο και έτσι απέμεινα εντελώς μόνη στον κόσμο. Από έναν υπαίθριο ζωγράφο της Χάουπστρασσε ζήτησα να μου φτιάξει το πορτρέτο της μητέρας μου από τη φωτογραφία που μού έδωσε η θεία. Το τοποθέτησα δίπλα στο παράθυρο και περίμενα τη μητέρα μου να φανεί τα βράδια.

Τώρα είμαι πια 30 χρονών. Δουλεύω σε ένα ζαχαροπλαστείο δίπλα στον ναό των Ιησουιτών. Κάθε μέρα έρχεται και με παίρνει από τη δουλειά ο Ζίγκφριντ, ο αγαπημένος μου. Δουλεύει στη Χάουπστρασσε. Δεν έχουμε παντρευτεί ακόμη. Μένουμε όμως μαζί στο σπίτι της Οδού των Φιλοσόφων. Περπατάμε στις όχθες του Νέκαρ και απολαμβάνουμε τη θέα από το κάστρο. Στην παλιά γέφυρα κλειδώσαμε την αγάπη μας με κόκκινη κλειδαριά, ένα φιλί στο στόμα. Πάντα ακουμπάμε το χέρι μας στον καθρέφτη του γλυπτού του Πιθήκου. Φέρνει τύχη.

Ο Ζίγκφριντ λατρεύει τις γάτες. Ο αγαπημένος του γάτος είναι ο Μεφίστο, ένας γάτος με σκουροκόκκινο τρίχωμα. Του αρέσει να κουλουριάζεται στο περβάζι του παραθύρου, κοντά στο πορτρέτο της μητέρας που δεν γνώρισα.

Όμως το παλιό σπίτι χρειάζεται επισκευή. Τα παράθυρα τρίζουν, ο αέρας μπαίνει από τις χαραμάδες και, όταν βρέχει, το ταβάνι σε κάποια δωμάτια στάζει. Με τον Ζίγκφριντ αποφασίσαμε να το επιδιορθώσουμε και να το βάψουμε μόνοι μας. Μόνον που πρώτα πρέπει να θάψω τη μητέρα μου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: Jason Scheier. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly