frear

Για τα «Βράχια» του Γιώργου Βέη – γράφει η Πηνελόπη Παπαϊωάννου

Από το εξώφυλλο και τον τίτλο Βράχια της δέκατης τέταρτης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη προετοιμάστηκα για τη «σκληρή ρέμβη της πέτρας» [1] του ποιητή. Αυτός ο προϊδεασμός συνοδεύτηκε από ζωηρή περιέργεια για «πρωτοειδωμένες» [2] εικόνες από τόπους ανοίκειους, συχνά και ανήκουστους για εμένα, από εκείνους στους οποίους μας έχει μυήσει ο Γιώργος Βέης, χαρίζοντάς μας αποστάγματα της ευρείας και βαθείας ψυχοδιανοητικής εμπειρίας του από τα συνήθως μακρινά μέρη της μακράς διπλωματικής υπηρεσίας του, στα εννέα «πεζά» βιβλία του όπως το Παντού και το Εκεί. Το απόσπασμα από τον πλατωνικό Κρατύλο που παρατίθεται ως προμετωπίδα του βιβλίου ενίσχυσε αυτή την προσδοκία. Ο Σωκράτης αρχίζει τον διάλογο με τον Ερμογένη, μεταφράζω –όσο μπορώ: «… ένα παλιό ρητό λέει ότι τα καλά πράγματα είναι δύσκολα, όταν πρόκειται να μάθουμε τη φύση τους και μάλιστα το μάθημα που αναφέρεται στα ονόματα δεν συμβαίνει να είναι εύκολο» («ου σμικρόν»).

Ο ποιητής και σε αυτή την ποιητική συλλογή του πραγματεύεται εκπλήξεις, συνάφειες, αναλογίες, αφηγήσεις, ψυχικές κινήσεις, όντως χαλεπές ως προς την αποτύπωσή τους. Ωστόσο, εξωτικοί τόποι αναφέρονται σε μόνο τρία από τα πενήντα τρία ποιήματα της συλλογής: Κονέτικατ, Σαγκάη, Αρμενία. Όλα τα άλλα τοπία και αντικείμενα αναφοράς είναι οικεία και φίλια, από την Πάρνηθα ως τη Βέροια, από τη Σαλαμίνα ως τη Σάμο, από τον κορυδαλλό ως τον συκοφάγο και από τη γλυσίνα ως τη φτελιά. Παρά την οικειότητα όμως, κάθε ποίημα αιφνιδιάζει για το ίδιο το ποιητικό κείμενο, για την έκπληξη του ποιητή που τροφοδότησε τη σύνθεσή του κειμένου και για τον τρόπο πρόσληψης και συναρμογής των αντικειμένων της έκπληξης του ποιητή με δικά του διαβάσματα, ακούσματα, βιώματα, αισθήματα, ερμηνεύματα.

Ο τίτλος του πρώτου ποιήματος είναι νεολογισμός: Προαύλισμα. Ο πλησιέστερος δόκιμος γλωσσικός τύπος είναι «προαυλισμός»: παραμονή σε αυλή, υπαίθριο χώρο που περιβάλλεται από οικοδόμημα. Ο τύπος «προαύλισμα» μπορεί να παραπέμπει για την ετυμολογία του στον «αυλό» υποδηλώνοντας την ωδική-μελωδική προαναγγελία του φωτός από τον κορυδαλλό, που είναι το πιο πρωινό από τα πρωινά πετούμενα, σε «τραγούδι ατέλειωτο με τέχνη δίχως κόπο» [3] (και «όλες τις φλέβες να τρέχουν μες στη φωνή του» [4]. Η «τρελή τρίλια», «προαυλίζει» το κυριολεκτικό φως που έρχεται μετά από το πιο βαθύ σκοτάδι –από τα μεσάνυχτα μέχρι λίγο πριν το ξημέρωμα–, εμβληματική μεταφορά του φωτός της δικαιοσύνης. Η πρωινή τρίλια του κορυδαλλού είναι «τρελή από πάθημα» το οποίο αναπτύχθηκε ή απλώς κρύφτηκε στο σκοτάδι της αδικίας, εκεί όπου υποθάλπονται τα «έργα των τρελών ανθρώπων», η αυθάδεια, η ύβρις.

Στο ποίημα «Τα δαχτυλίδια των αρραβώνων», ενώ παραπέμπει στην οικεία εικόνα της Πάρνηθας, αιφνιδιάζει το ερωτικό ενδιαφέρον του αέρα για το πιο ψηλό έλατο στην κορυφή της. Ο αέρας ταξιδεύει ορμητικός, έχει την εμπειρία της κίνησης και την εποπτεία των τόπων, σε αντίθεση με το έλατο. Όμως ο αέρας «όλους τους τόπους κι αν γύρισε μόνο ετούτο το έλατο αγάπησε» [5] και θέλησε να το πάρει μαζί του. Με αυτό το ποίημα άρχισα να φαντάζομαι ένα μάθημα λογοτεχνίας, όπου τα παιδιά συνεχίζουν την «ιστορία» με διαλόγους, περιγραφές και αφήγηση. Η διερμηνεία μιας συνάφειας των στοιχείων του φυσικού κόσμου από τον ποιητή μπορεί να γίνει πολυδιάστατη, οξύνοντας τη ματιά μας, καταυγάζοντας και τη δική μας εμπειρία: ένας από τους λόγους για τους οποίους η ποίηση είναι τόσο απαραίτητη.

Το αμέσως επόμενο ποίημα με τίτλο «Ιδιαίτερα μαθήματα» ο αναγνώστης απρόσκοπτα αναγνωρίζει στιγμές στις οποίες συμπυκνώνεται η εντύπωση του συντονισμού με τα στοιχεία του εξωτερικού κόσμου μας. Αυτός ο συντονισμός κλιμακώνεται ως την αντιμεταχώρηση και την ταύτιση με τα στοιχεία αυτά:

[…] δύο σύννεφα πλησιάζουν το ένα το άλλο
στη μέση του προσιτού ουρανού
πιστεύει ότι κάθε τους κίνηση
τον αφορά άμεσα
κι όλα είναι συντονισμένα μέσα σ’ ένα δυνατό
αλλά ιδιαίτερα φιλικό φως
τότε είναι που νομίζει ότι όλα
Έρχονται αποφασιστικά προς το μέρος του
Να τον κάνουν για πάντα δικό τους.

Τότε είναι που ο κόσμος έρχεται «στα μέτρα της καρδιάς» [6]. Τα συστατικά του «σκηνικού» του μας γνωρίζουν και τους ανήκουμε:

[…] Λες και με ξέρουν από παλιά
Όλα αυτά τα δέντρα τα φυτά ο αέρας
[…]

(«Χάρτφορντ Κονέτικατ»)

Είναι αναγνωρίσιμο αυτό το αίσθημα, το οποίο πιο εύκολα αξιωνόμαστε στους γενέθλιους τόπους: «Με τη Μυτιλήνη δεν πρόφτασα να ’χω εμπειρίες. Εν τούτοις, όταν πηγαίνω εκεί, αισθάνομαι ότι σε κάθε φύλλο της ελιάς υπάρχει η ταυτότητά μου. Αυτά είναι μυστήρια πράγματα.» (Οδυσσέας Ελύτης: Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό, Ύψιλον 2000, σ. 10).

Για το κρασοπούλι στο ποίημα «Η επίσκεψη» χρειάστηκε να αναζητήσω τον ήχο και την κίνηση αυτού του πλάσματος –διαδικτυακά είναι εύκολο.

Μέσα εμείς ακούμε Μοντεβέρντι
Τη μουσική που ξέρει ασφαλώς
Από στήθους το κρασοπούλι

Θυμήθηκα από τα μαθήματα του ωδείου ότι ο Μοντεβέρντι απελευθέρωσε το ρετσιτατίβο -μελωδική αφήγηση για φωνή, με συνοδεία μουσικού συνόλου ή ορχήστρας- από τις διακυμάνσεις του λόγου, εφοδιάζοντας το λυρικό τραγούδι με εκφραστικές δυνατότητες. Ο παραλληλισμός είναι από τους πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς περιγραφής, αλλά χρειάζεται ευστοχία στην επιλογή των παραλλήλων. Αν είχα ακούσει -και προσέξει- το κελάηδισμα του κρασοπουλιού απλώς θα το χαρακτήριζα -θα έλεγα ότι είναι καταπληκτικό ή κάτι τέτοιο. Εκτός όμως από την παρατήρηση του κελαηδίσματος και τη γνώση για τη μουσική συνθήκη χρειάζεται ποιητική νοημοσύνη για να αναδείξει τη μεταξύ τους αναλογία. Χρειάζεται επίσης ποιητική επιδεξιότητα για να επιτύχει την «ανατροπή» στο τέλος του ποιήματος, σαν απάντηση στη, γνωστή και συνήθως ανέκφραστη, απορία για αξιοθαύμαστο μουσικό άκουσμα, «Μα από πού έρχεται αυτή η μουσική;»:

[…] από την προηγούμενη ζωή του
Όταν ήταν ρυάκι.

Εκτός από το κρασοπούλι και τον κορυδαλλό («Προαύλισμα») ενδημούν και άλλα πετούμενα στα «Βράχια»: μία κίσσα («Χάρφορντ Κονέτικατ»), τσίχλες («Οι τσίχλες το σούρουπο») και ένας γλάρος («Καθώς νυχτώνει»).

{…] Η φλύαρη κίσσα εξηγεί εξηγεί
Μάρτυρες αψευδείς οι τρίλιες της
Ακούω Χόθορν Ουίτμαν Μέλβιλ.

(«Χάρτφορντ Κονέτικατ»)

Ενώ η φλύαρη κίσσα φαίνεται να εξηγεί τα «μυστήρια πράγματα», ασύλληπτα για τη μη εξασκημένη διάνοια και γλώσσα κατά τον Ελύτη (ό.π.), ο αναγνώστης ξαφνιάζεται από τον τελευταίο στίχο όπου το ποιητικό υποκείμενο «ακούει» τρεις εξέχοντες Αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αι., σαν να πρόκειται για την ακρόαση αρχείων ήχου «ομιλούσας λογοτεχνίας» ή «ζωντανής» μεγαλόφωνης ανάγνωσης. Τα μυστήρια αυτού του κόσμου τα εξηγούν μόνο οι λογοτέχνες και τα πουλιά.

Οι «Τσίχλες το σούρουπο» ιστορούν με τη δομή του τραγουδιού τους τον πόθο των εφήμερων σύννεφων για γήινη στερεότητα και δύναμη αναγέννησης που ισοδυναμεί με αθανασία.

Οι συκοφάγοι έκαναν πάλι τις φωλιές τους «Στη γέρικη φτελιά», όπως και άλλα πουλιά, σηματοδοτώντας την ετήσια ανανέωση της ζωής:

[…] εδώ βλέπουμε το χθες να επιστρέφει ανανεωμένο
σαν ένας έφηβος που του δόθηκε όλο το φως
χωρίς να κοπιάσει καθόλου.
[…]

Μία φίλη σκηνοθέτιδα λέει πώς όταν βλέπει έναν ενήλικο στη σκηνή, περιμένει να ακούσει το θεατρικό κείμενο, ενώ όταν ανεβαίνει στη σκηνή ένας έφηβος, δεν λείπει τίποτε και η σκηνή γεμίζει με φως. Ο ποιητής βλέπει καθαρά αυτή την αναλογία ανάμεσα στην ανανέωση που σηματοδοτούν οι φωλιές των πουλιών και σ’ αυτό στο φως των εφήβων.

Χρειάστηκε να διαβάσω αρκετές φορές το ποίημα «Καθώς νυχτώνει» για να θυμηθώ ότι οι γλάροι είναι μεγάλοι δεξιοτέχνες στο πέταγμα, αλλά η αντοχή τους είναι μικρή. Ο «γλάρος Ιωνάθαν» [7] πετάει πιο μακριά από όσο χρειάζεται για την τροφή του, επειδή αποφασίζει ότι, αφού έχει φτερά, πρέπει να γνωρίσει τον κόσμο. Στο ποίημα «Καθώς νυχτώνει»

Ο γλάρος στα βαθιά πάλι ξέμεινε
δείχνει να μη νοιάζεται για την ώρα που περνάει
για τα δευτερόλεπτα του κινδύνου
αλλά έχω μάθει πια
δεν κρίνει ποτέ
δεν μετράει τις αποστάσεις
παρά μόνο με την τροφή.

Πώς μετράμε, λοιπόν, εμείς τις «αποστάσεις» έχοντας επίγνωση των περιορισμών μας; Νομίζω ότι όλη η διαχείριση ρίσκου που είναι η ζωή μας εξαρτάται από αυτές τις «μετρήσεις».

Η ευθύβολη ποίηση είναι και τολμηρή. Αναμετράται θαρραλέα και με το πιο δύσκολο θέμα:

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΑΦΗΝΕΙΑΣ

Όπως βγαίνει από το πηγάδι
Μαζί με το δροσερό νεράκι
Το λουλούδι του Κάτω Κόσμου
Τον αόρατο υάκινθο εννοώ
Που θα μας φέρει τέλος την άλλη άνοιξη
έτσι βγαίνει από τα σωθικά μας
το θάρρος του θανάτου.

Ο «υάκινθος» του Γιώργου Βέη με παρέπεμψε στην «παπαρούνα» και το «χαμομηλάκι» του Οδυσσέα Ελύτη:

[…] Θάρρος: ο θάνατος αυτός είναι
Στην παπαρούνα την πλατιά
και στο λιανό λιανό χαμομηλάκι.

(Οδυσσέας Ελύτης: «Παλίντροπον», Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά)

Ίσως κατάφερα να δώσω μικρό δείγμα από τη μεγάλη ανταμοιβή του αναγνώστη της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη. Για την πληρέστερη ανάπτυξη αυτής της ανταμοιβής θα χρειαζόταν εκτεταμένη μονογραφία. Θεωρώ όμως απαραίτητες τις επόμενες δύο επισημάνσεις. Πρώτον, την ανανέωση του σονέτου όπως επιχειρείται στο ποίημα «Οι παρηχήσεις τώρα» και δεύτερον οι «συναντήσεις» με κοσμήματα από παραδοσιακές φορεσιές σε προθήκες μουσείου/ων: «Επίχρυσο νυφικό γιορντάνι λαιμού», «Ασημένια βραχιόλια, χρυσή καρφίτσα (χελώνα) και σκουλαρίκια από νυφική φορεσιά», «Φεσάκι με παράδες και συρταρωτό ρόδακα», «Κιουτσέκι από γιορτινή φορεσιά καραγκούνας». Σε αυτό το τελευταίο ποίημα, στους τελευταίους στίχους το κιουτσέκι

σαν να θέλει ξαφνικά να το πάρω μαζί μου
να μη διστάσω, μού γνέφει, ούτε στιγμή
να το βγάλω έξω στο φως της μέρας
σημάδι να γίνει από την αρχή μιας άλλης ζωής
που θα καταλαβαίνει καλύτερα
τον αρχαίο ευκάλυπτο της πλατείας
που θα ξέρει γιατί οι νιφάδες βιάζονται πάντα
ν’ αγκαλιάζουν όλες μαζί τη συκομουριά της αυλής
γιατί τα καλοδουλεμένα γλυπτά του αέρα
είμαστε εντέλει εμείς.

Δεν είναι σπάνιο να μας περνά από το μυαλό η ζωή των ανθρώπων που χρησιμοποίησαν τα εκθέματα, καθώς τα παρατηρούμε. Χρειάζεται όμως ύψιστος βαθμός ευαισθησίας και ευστοχίας, όπως αυτού του ποιητικού κειμένου, ώστε με την ανάγνωσή του να νιώσουμε πώς οι άνθρωποι προβάλλονται πάνω σε σχήματα, να αντιληφθούμε τους πιθανούς τρόπους και της δικής μας ταύτισης με αυτά, να θυμηθούμε τα συναισθήματα που είναι πιθανό να συναρτήσουμε και να αναλογιστούμε τα νοήματα που μπορεί να επινοήσουμε και να αποδώσουμε στα πράγματα, στο σχήμα, στα υλικά τους. Έτσι αλλάζει ο τρόπος που επισκεπτόμαστε τα μουσεία, η ματιά μας στα αντικείμενα, ειδικά στα αγαπημένα. Η ποίηση του Γιώργου Βέη ενδυναμώνει το βλέμμα, αλλάζει τη ματιά. Πρόκειται για επίτευγμα «ου σμικρόν».

Σημειώσεις

1. «Ολημερίς στη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας», Οδυσσέας Ελύτης: «Η Μαρίνα των Βράχων».

2. «μὲ τί εὐχαρίστηση, μὲ τί χαρὰ/θὰ μπαίνεις σὲ λιμένας πρωτοειδωμένους·», Κ.Π. Καβάφης: «Ιθάκη».

3. Percy Shelley: «Κορυδαλλός», μτφ. Α. Εφταλιώτη.

4. Νικηφόρος Βρεττάκος, «Κορυδαλλός του πρωινού».

5. «Όλους τους τόπους κι αν γυρνώ/μόνον ετούτον αγαπώ» Οδυσσέας Ελύτης: «Ο ήλιος», Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας.

6. «Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται/Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς», Οδυσσέας Ελύτης: «Πίνοντας ήλιο κορινθιακό», Ήλιος ο Πρώτος.

7. Richard Bach: Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον, αλληγορία για την προσπάθεια ενός γλάρου να ανακαλύψει τον κόσμο. Για τους άλλους γλάρους το πέταγμα εξυπηρετεί απλώς την εύρεση φαγητού, όμως για τον Ιωνάθαν μετρούσε πολύ περισσότερο η χαρά τού πετάγματος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: «Βράχια της Ύδρας» του Παναγιώτη Τέτση (1925-2016). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly